Το δίπολο Μητσοτάκη - Τσίπρα και η προσέγγιση του Μαξίμου. Του Βασίλη Κοντογουλίδη

Μην εκπλαγείτε καθόλου αν μετά τις πρώτες εκλογές κυριαρχήσουν δεύτερες σκέψεις για σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας

Στην πολιτική η επανάληψη αποτελεί σύνηθες φαινόμενο. Θα αναρωτηθεί κάποιος γιατί κάνω αυτή την επισήμανση. Το νέο δίπολο που παγιώνεται ενόψει των εκλογών και αναφέρομαι φυσικά στο δίπολο Νέας Δημοκρατίας - ΕΛΑΣ ή ορθότερα Μητσοτάκη - Τσίπρα είναι βγαλμένο από ταινία του παρελθόντος για να χρησιμοποιήσω και κινηματογραφική γλώσσα.

Είναι εμφανές ότι στο Μέγαρο Μαξίμου κάνουν ό,τι μπορούν και θα εντείνουν αυτή την προσπάθεια όσο πλησιάζουμε στις εκλογές για να ενισχύσουν αυτό το δίπολο.

Για να το γράψω ορθά κοφτά: Θέλουν τον Τσίπρα για αντίπαλο. Θέλουν την πόλωση Μητσοτάκη - Τσίπρα που έρχεται από ένα παρελθόν που ήδη ο σημερινός πρωθυπουργός μετρά τρεις νίκες (δύο σε εθνικές εκλογές και μία σε ευρωεκλογές), ενώ σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις αυτής της περιόδου υπάρχει μία υπεροχή με διαφορά διψήφια τόσο της Νέας Δημοκρατίας έναντι της ΕΛΑΣ στην εκτίμηση αποτελέσματος όσο και του Κυριάκου Μητσοτάκη έναντι του Αλέξη Τσίπρα στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός.

Η προσέγγιση αυτή του Μεγάρου Μαξίμου όσο και αν έχει λογικά χαρακτηριστικά είναι, κατά την άποψή μου, αλαζονική και μπορεί να καταστεί επικίνδυνη στο άμεσο μέλλον. Και εξηγούμαι.

Ο Αλέξης Τσίπρας καλώς ή κακώς κατάφερε τους πρώτους μήνες της ανακοίνωσης του νέου κόμματος να κλειδώσει τη δεύτερη θέση και να έχει μία διαρκή δυναμική που θεωρώ ότι είναι θέμα χρόνου να αγγίξει δημοσκοπικά το 20%. Ο Τσίπρας είτε συμφωνεί κάποιος μαζί του είτε διαφωνεί οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι είναι πολιτικό ον. Αποχώρησε από τον ΣΥΡΙΖΑ, παραιτήθηκε από βουλευτής, έκανε την αυτοκριτική του και επέστρεψε με κάτι καινούριο με τον ίδιο πάντα στην πρώτη γραμμή. Παλεύει, μάλιστα, να δείξει ότι αυτό που δημιούργησε είναι όντως κάτι καινούριο και τον απωθεί η ιδέα να γίνει η συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ.

Η λαϊκότητα για κάποιους ή ο λαϊκισμός του για κάποιους άλλους τον καθιστά το αντίπαλο δέος του Μητσοτάκη. Με μία διαφορά όμως της αναμέτρησης που έρχεται σε σχέση με τις εκλογές του 2019 και 2023 που έγραψε δύο ήττες. Τόσο το 2019 όσο και το 2023 ο Τσίπρας ηττήθηκε διότι ήταν νωπή η αποτυχία της πρώτης φοράς Αριστερά. Τώρα θέλει να δείξει ότι και ο ίδιος αλλά και η Αριστερά που εκπροσωπεί άλλαξαν γι’ αυτό και δεν θέλει κανέναν συνειρμό με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Επιπλέον, έχει απέναντί του μία κυβέρνηση που έχει τη φθορά της επταετούς διακυβέρνησης που απέτυχε παταγωδώς στον τομέα της ακρίβειας και προκάλεσε στον τομέα της διαφάνειας και των θεσμών. Έτσι είναι πολύ πιθανό ειδικά αν οι εκλογές γίνουν στα τέλη της θητείας της κυβέρνησης κοντά στην άνοιξη του 2027, να εδραιώνεται το καινούριο που θέλει ο Τσίπρας και να αποδυναμώνεται το παλιό που θα εκφράζει ο Μητσοτάκης.

Αν μάλιστα η διαφορά φτάσει σε μονοψήφια νούμερα και στα όρια του εφικτού της ανατροπής στις δεύτερες εκλογές, η πόλωση του δίπολου που επιθυμεί το Μαξίμου για την αύξηση των ποσοστών της Νέας Δημοκρατίας να συμπαρασύρει προς τα πάνω και τα ποσοστά της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα και να καταστεί καταστροφική για τη Νέα Δημοκρατία ενόψει δεύτερων εκλογών.

Οπότε μην εκπλαγείτε καθόλου αν μετά τις πρώτες εκλογές κυριαρχήσουν δεύτερες σκέψεις για σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας…


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 12.07.2026

ESPA