#PRESS_21 Διηγήματα για την Επανάσταση και τη Δημοσιογραφία

Με τη δημοσίευση του διηγήματος «Όχι άλλα Φαρμακεία» συνεχίστηκε μέσω της «ΜτΚ» η Δράση του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΜ-Θ, στο πλαίσιο της συμπλήρωσης διακοσίων ετών από την εξέγερση του 1821

- Newsroom

Αγαπητοί μου νέοι και νέες,

Θυμάμαι ήταν οι πρώτες μου μέρες στην εφημερίδα. Όχι με μισθό. Δόκιμος ήμουν. Ξέρετε τι σημαίνει δόκιμος δημοσιογράφος; Σας το έμαθαν εδωπέρα; Αυτό που λέει η λέξη σημαίνει. Σε δοκιμάζουν. Να δουν αν κάνεις για τη δουλειά. Ποια δουλειά; Τη λάντζα. Από τη λάντζα ξεκινάς. Τη στήλη με τα διανυκτερεύοντα φαρμακεία, τους μη εορτάζοντες, τα μνημόσυνα, το ανέκδοτο της ημέρας, τέτοια πράματα. Άμα βλέπανε ότι τα καταφέρνεις σε αυτά, σου δίνανε και κάνα τροχαίο, από την αναφορά που έστελνε καθημερινά η Τροχαία. «Δίκυκλο παρέσυρε γέροντα εις την οδόν...». Να βάλεις τίτλο, να το σιάξεις λίγο το κείμενο, να το φέρεις στα ίσα του. Δουλειά γραφείου, δηλαδή. Το επόμενο βήμα ήτανε οι διαλέξεις. Αχ αυτές οι διαλέξεις! Γηραιές ποιήτριες πέμπτης διαλογής, συνταξιούχοι της Πυροσβεστικής, εκπαιδευτικοί σε αποστρατεία, όλοι είχανε κι από μια άποψη για κάτι. Κι αυτήν την άποψη την κάνανε διάλεξη. Κι εσύ έπρεπε να πας, να την ακούσεις, να κρατήσεις σημειώσεις, αφού κασετόφωνα δεν υπήρχανε τότε, να γυρίσεις στην εφημερίδα, και να κάνεις το ρεζουμέ. Κι όλα αυτά για ένα μονόστηλο εκατό λέξεων, στην έβδομη σελίδα με τα Πολιτιστικά.

Σε μια τέτοια διάλεξη με έστειλε ο αρχισυντάκτης εκείνο το απόγευμα του 1969. Δεκέμβριος ήταν, θυμάμαι είχανε ξυλιάσει τα δάχτυλά μου, δεν μπορούσα να πιάσω το στυλό να γράψω. Μιλούσε ένας, τι άλλο; συνταξιούχος. Συνταξιούχος ορθοπεδικός. Ήτανε γνωστός του μπατζανάκη του αρχισυντάκτη, οπότε είχε πέσει το σχετικό τηλεφώνημα στην εφημερίδα. Κι έτσι βρέθηκα μέσα στην παγωνιά να αλλάζω δυο συγκοινωνίες για να φτάσω στην άλλη άκρη της πόλης, έτοιμος να ανταποκριθώ σε αυτήν τη μεγαλειώδη δημοσιογραφική αποστολή, μετά από την οποία ήμουν βέβαιος πως οι γνώσεις μου για την οστεοαρθρίτιδα των άνω άκρων θα είχαν εκτιναχθεί στα ύψη.

Όταν μπήκα στην αίθουσα, η διάλεξη είχε κιόλας ξεκινήσει. Ο ομιλητής, ένας κοτσονάτος εβδομηντάρης, με υπογένειο μπολσεβίκου και κοιλίτσα ταβερνιάρη, αγόρευε ξαναμμένος μπροστά σε ένα κοινό τριάντα θεατών, πολλοί από τους οποίους ήταν ολοφάνερο πως είχαν προλάβει να πολεμήσουν πάνω σε πλάβες στον βάλτο των Γιαννιτσών κατά τον μακεδονικό αγώνα.

Κάθισα σε μια καρέκλα πίσω-πίσω, πανέτοιμος να βαρεθώ, κι άρχισα να κρατώ σημειώσεις. Να τι πρόλαβα να σημειώσω:

Αγαπητοί μου κι αγαπητές μου! Άλλοι πιστεύουν πως είναι το μυαλό. Πολλοί ψηφίζουν την καρδιά. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που βάζουν πάνω-πάνω στην κατάταξη τα πόδια. Κάποιοι υποστηρίζουν το στομάχι. Ναι, βέβαια, δεν λέω, όλα αυτά αποτελούν πολύτιμα εξαρτήματα της ανθρώπινης συσκευής. Όμως ποιο είναι το κορυφαίο όργανο του ανθρώπου; Ποιο είναι το ύψιστο των υψίστων; Εγκέφαλο έχει και το μπαρμπούνι. Πόδια διαθέτει και η σαύρα. Καρδιά χτυπά και μέσα στο σαλιγκάρι. Στομάχι; Της αγελάδας είναι μεγαλειώδες. Όμως κανένα πλάσμα, εκτός από τον άνθρωπο, δεν έπιασε ποτέ πινέλο να ζωγραφίσει την Τζοκόντα. Κανένα πλάσμα επί της γης, εκτός από τον άνθρωπο, δεν πίεσε μια σκανδάλη για να σκορπίσει τα μυαλά τού διπλανού του στο χώμα. Ούτε ένα πλάσμα, πλην ημών, που είμαστε το ανώτερο από τα ανώτερα θηλαστικά, δεν έσκυψε για να μαζέψει ένα χαλικάκι από τη Σελήνη, όπως είδαμε να γίνεται πριν λίγους μήνες στην τηλεόραση.

Και γιατί συνέβη αυτό; θα αναρωτηθείτε. Γιατί μόνο εμείς έχουμε χέρια, θα σας απαντήσω. Χέρι! Το ανώτερο των εργαλείων μας! Γιατί το χέρι είναι εργαλείο! Και εργαλείο που δεν λειτουργεί είναι σα να μην υπάρχει! Το χέρι υπάρχει μόνο όταν πιάνει κάτι! Με άδεια χέρια, είμαστε ελαττωματικοί! Η ανατομία μας είναι πλήρης μόνο όταν κρατάμε ένα εργαλείο! Ένα πινέλο, το τιμόνι ενός διαστημόπλοιου ή έστω μια λαβή ξίφους. Οπότε, στην εποχή των σπηλαίων, οι καλύτεροι ρίπτες λίθων και χειριστές ροπάλων γίνονταν κυρίαρχοι στην ομάδα τους γιατί μπορούσαν να προστατεύουν τα θηλυκά από επιθέσεις αντιπάλων και ζώων, αλλά και γιατί ήταν καλύτεροι κυνηγοί. Αυτοί ζευγάρωναν με τα καλύτερα θηλυκά της ομάδας, δηλαδή αυτές που επιζούσαν γιατί ήταν άξιες να προστατεύουν τον εαυτό τους και τα παιδιά τους. Άρα, ζευγάρωναν μεταξύ τους τα γονίδια αρίστης ποιότητας, κάτι γονίδια μέγκλα, έξτρα πρίμα γκουντ. Κι από αυτά τα εκλεκτά γονίδια φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Δηλαδή σε εσάς! Και στους προγόνους σας! Και στους προγόνους των προγόνων σας. Σε αυτούς που πολέμησαν το ’21! Στους προπαππούδες μας! Χουφτώνανε το σπαθί κι όποιον πάρει ο Χάρος! Γιούρια!

Είχανε κι οι προπαππούδες μας αντίχειρες και χεράκια, το ξέρετε αυτό; Και οι δικοί τους οι προπαππούδες είχανε. Κι ο Όμηρος είχε χέρια, δύο! Κι ο μέγας Αλέξανδρος είχε, ναι, βέβαια. Κι η Κλεοπάτρα! Κι ο Τζέκις Χαν! Και ο Χριστόφορος Κολόμβος, είναι τεκμηριωμένο αυτό! Κι ο Γαλιλαίος! Και ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι! Και ο Ξέρξης! Κι ο μέγας Ηρόδοτος, δεν είχε χέρια; Tι λέτε, είχε; Κι η Σαπφώ! Κι ο Αισχύλος! Και ο Σαίξπηρ, όλοι το λένε, είχε δύο χέρια κι αυτός! Πού είναι όμως όλα αυτά τα χέρια; Ε; Πού; Θα σας πω εγώ πού είναι: τα έφαγε η μαρμάγκα, τα κατάπιε ο μαύρος ρούφουλας που όλους θα μας καταπιεί! Όπως κατάπιε και τα χέρια χάρη στα οποία μπορείτε σήμερα να βρίσκεστε ελεύθεροι εδώ. Τα χέρια των αγωνιστών του 1821! Με αυτά μας ελευθέρωσαν, πριν από 200 χρόνια. Ήτανε χειροποίητη εξέγερση εκείνη!

Και δεν ήτανε και λίγα αυτά τα χέρια. Οι νεκροί Έλληνες της Επανάστασης του 1821 υπολογίζονται περίπου στους τετρακόσιες χιλιάδες. Ναι, καλά καταλάβατε. 400.000 χιλιάδες νεκροί, μαχητές και άμαχοι. Με πέντε-έξι λίτρα αίμα το καθένα σώμα, γεμίζουμε οχτώ πισίνες ολυμπιακών διαστάσεων, μέσα στις οποίες αθλείται η Ιστορία με το κολάν λαμέ μαγιό της, κάνοντας πότε ύπτιο και πότε πρόσθιο, για να κρατιέται πάντα σε φόρμα.

400.000 νεκροί. Δηλαδή, 800.000 χέρια. Δηλαδή, 8.000.000 δάχτυλα.

Χέρια ακατάγραφα, όχι σαν τα επώνυμα χέρια των γνωστών ηρώων όπως ο Ανδρούτσος ή ο Μπότσαρης. Εδώ μιλάμε για χεράκια ανώνυμα που τα έφαγε ο μαύρος καταπιόνας, η λήθη, σα να μην υπήρξανε ποτέ! Μάλιστα! Αυτά τα οχτακόσιες χιλιάδες χεράκια είναι σα να μην υπήρξαν ποτέ. Πού είναι όλα τους; Πού είναι και τα χέρια των αντιπάλων τους; Τούρκοι, Τουρκαλβανοί, Αιγύπτιοι, χέρια δεν είχαν αυτοί; Με χέρια δεν τους γέννησε η μάνα τους; Με χέρια δεν ξεψύχησαν πολεμώντας σ’ αυτά εδώ τα χώματα; Πού είναι τόσα εκατομμύρια χέρια; Πού είναι τα κοκαλάκια τους;

Να σας πω εγώ πού είναι. Κάτω απ’ τα καθίσματά σας είναι! Σκύψτε να τα δείτε! Σκύψτε! Στα θεμέλια των σπιτιών σας είναι! Σκάψτε να τα βρείτε! Θαμμένα στις παιδικές χαρές είναι! Κάτω από τις αυλές των εξοχικών σας είναι! Στις βουνοπλαγιές που πηγαίνετε για σκι είναι! Τι νομίζετε; Ότι οι πρόγονοί μας τα βάλανε σε διαστημόπλοια και τα στείλανε στον Άρη; Εδώ γύρω τριγύρω είναι όλα τους σπαρμένα, λίγο να σκαλίσεις το χώμα, θα σου κάνουνε τζα!

Γράφει ένας δικός μας που τα έζησε τότε από κοντά τα γεγονότα: Πολιορκούσανε λέει οι Έλληνες κάτι Τούρκους σε ένα οχυρό και βγαίνανε κρυφά τη νύχτα οι πολιορκημένοι και παίρνανε νερό από ένα πηγάδι που ήτανε παραπέρα, κι έτσι αντέχανε. Είδαν κι απόειδαν οι δικοί μας ότι έτσι που πήγαινε το πράμα χαΐρι δεν θα είχε η πολιορκία, οπότε τι κάνανε; Πήγανε ένα βράδυ κρυφά και ρίξανε στο πηγάδι ένα πτώμα Τούρκου τριών ημερών, που είχε κιόλας αρχίσει να σαπίζει, και δυο γουρούνια κομμένα στα τέσσερα, μαζί με τα εντόσθιά τους. Κι ύστερα φωνάξανε όλο κέφι στους Τούρκους κάτι σαν: «Ελάτε ωρέ ζαγάρια να δγείτι τι φίνο νεράκι που σας έχουμι! Τύφλα να’ χει του Εβιάν!». After action, satisfaction, βλέπετε!

Εσείς τι λέτε ότι απόγινε μετά εκείνο το πηγάδι με τα κόκκαλα; Στήσαν, νομίζετε, κάνα μνημείο από πάνω με μια ταμπελάρα ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΟΥ και κάνουν τώρα ουρά να το δούνε οι Αμερικάνοι τουρίστες και οι μαθητές στην πενθήμερη; Να σας πω εγώ, άμα δεν το ξέρετε. Απόγινε ό,τι και όλα τα πηγάδια στον τόπο μας. Όταν ήρθε η ώρα τους, μπαζωθήκανε με πέτρες, με χώματα, με τσιμέντα, κι απάνω τους χτιστήκανε σπίτια και ταβέρνες, στρωθήκανε δρόμοι και περνάνε τα αμάξια, φτιαχτήκανε νηπιαγωγεία και σούπερ μάρκετ και μασατζίδικα και προποτζίδικα και νυχάδικα και γυράδικα. Όμως τα κόκκαλα εκείνου του Τούρκου στον πάτο του πηγαδιού, αγκαλιά με τα γουρουνίσια, είναι ακόμα εκεί, με νιώθετε; Τι νομίζετε, ότι κατέβηκε κάνας δύτης με σκάφανδρο και τα έβγαλε;

Ας αναφέρω τώρα εκείνον τον Έλληνα, ανώνυμο φυσικά, που μας τον αφηγείται ένας ιστορικός στα χρόνια του Αγώνα.

Ήτανε λέει καμιά τρακοσαριά Τούρκοι που πηγαίναν για επίθεση και μπροστά προπορευόταν ο αρχηγός τους, ο οποίος πλησίασε αθόρυβα στην άκρια από μια χαράδρα και «ιδών εξαίφνης άνθρωπον Έλληνα όρθιον και ουρούντα, πυροβολήσας τον εφόνευσεν».

Και τον παράτησαν οι δικοί μας υποχωρώντας και σίγουρα τον φάγανε τα τσακάλια εκεί βαθιά στη χαράδρα, που άνθρωπος να κατέβει δεν γινόταν. Και τα κοκαλάκια των χεριών του τα σκέπασαν τα φύλλα και η λάσπη και παραχώθηκαν με τον καιρό. Εκεί είναι παραχωμένος ακόμα, κι ας περάσαν 200 χρόνια από τότε. Κι αυτός και τα κοκαλάκια του και το ούρο του μαζί.

Για σκεφτείτε! Σήμερα ζουν ανάμεσά μας τα δισέγγονα από τα τρισέγγονα εκείνων των ανθρώπων. Σε επτά γενιές από τώρα, θα τα έχει παραχώσει κι αυτά τα δισέγγονα για τα καλά η Ιστορία στο πηγάδι της.

Έτσι λοιπόν, σας καλώ να εγερθείτε για να τιμήσουμε με ενός λεπτού σιγή τη μνήμη των ανώνυμων πολεμιστών που εκτός από την ψυχή τους πρόσφεραν και τα οστά τους για να μπορούμε εμείς σήμερα να είμαστε ελεύθεροι!

Ομολογώ πως η ομιλία του με εντυπωσίασε. Τον πλησίασα και του πήρα μια μικρή συνέντευξη. Γύρισα στην εφημερίδα κι έγραψα το άρθρο. Όχι εκατό λέξεις μα εξακόσιες, με εκτενή αποσπάσματα από τη διάλεξη και τη συνέντευξη. Εγώ θα το δώσω έτσι, κι αν θέλει ο αρχισυντάκτης ας κόψει τις πεντακόσιες, είπα μέσα μου. Είχα αποφασίσει να κάνω τη μικρή μου επανάσταση, κρατώντας στο χέρι μου όχι σπαθί ή καρυοφύλλι, μα στυλό. Ο αρχισυντάκτης το διάβασε όρθιος και βούρκωσε. «Δεν έχει κι άλλα να προσθέσεις;» με ρώτησε «σου δίνω μισή σελίδα στο κυριακάτικο φύλλο». Πού να ξέρω εγώ πως είχε κι αυτός έναν μακρινό πρόγονο που πολέμησε το ’21; όπως μου εξομολογήθηκε μετά. Ένα πρόγονο που δεν τον έγραφε κανένα βιβλίο Ιστορίας.

Το άρθρο άρεσε. Στην εφημερίδα έφτασαν και πέντε επιστολές ενθουσιασμένων αναγνωστών. Εντάξει, μπορεί να μην πήρα το Πούλιτζερ, πάντως, μετά από αυτό, για φαρμακεία δεν ξανάγραψα. Τέρμα τα φαρμακεία. Όχι άλλα φαρμακεία! Αναβαθμίστηκα σε συντάκτη του Πολιτιστικού, και μάλιστα, με ειδικότητα στις διαλέξεις. Γι’ αυτό και θέλω να δώσετε ιδιαίτερη προσοχή σε κάτι τελευταίο που έχω να σας πω, αγαπητά μου παιδιά. Σε αυτήν τη σχολή Δημοσιογραφίας όπου φοιτάτε, θα ακούσετε πολλές παραινέσεις: να είστε αντικειμενικοί, να διασταυρώνετε τις πηγές σας, να τηρείτε τους κώδικες δεοντολογίας. Η δική μου συμβουλή είναι μία: Όταν θα ξεκινήσετε την επαγγελματική σταδιοδρομία σας, αρχίστε από τις διαλέξεις! Να καλύπτετε τις διαλέξεις! Δεν ξέρετε τι δρόμους μπορεί να σας ανοίξουν!

Σας ευχαριστώ.

serefas.JPG

Ο Σάκης Σερέφας (γενν. 1960) είναι ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και μελετητής της τοπικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Μέχρι σήμερα, έχει εκδώσει περισσότερα από 70 βιβλία με ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, μελέτες για πόλεις, για τόπους και για ποιητές, μεταφράσεις και ανθολογίες.

*Δημοσιεύθηκε στη "ΜτΚ" στις 30 Μαΐου 2021
Loader
ESPA