Σύνθετες εμπορικές διαμεσολαβήσεις: Όταν η σύγκρουση απειλεί ολόκληρη την επιχειρηματική σχέση. Της Ζωής Ε. Γιαννοπούλου

Μία σύνθετη εμπορική διαφορά δεν χαρακτηρίζεται μόνο από το ύψος της οικονομικής απαίτησης

Οι εμπορικές διαφορές δεν είναι όλες ίδιες. Υπάρχουν συγκρούσεις που αφορούν ένα τιμολόγιο, μία καθυστέρηση πληρωμής ή μία διαφορετική ερμηνεία μίας σύμβασης. Υπάρχουν όμως και πολύ πιο σύνθετες υποθέσεις -εκείνες όπου η σύγκρουση δεν αφορά μόνο ένα νομικό ζήτημα, αλλά ολόκληρη την επιχειρηματική σχέση.

Στις σύνθετες εμπορικές διαμεσολαβήσεις, το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο: Πολλαπλές συμβάσεις, διαφορετικά εμπλεκόμενα μέρη, διεθνείς συνεργασίες, υψηλό οικονομικό αντικείμενο, έντονη πίεση χρόνου και σημαντική επιχειρηματική έκθεση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η σύγκρουση δημιουργεί αλυσιδωτές επιπτώσεις που μπορούν να επηρεάσουν τη βιωσιμότητα επιχειρήσεων, τη φήμη τους στην αγορά και τη δυνατότητα συνέχισης της συνεργασίας.

Και ακριβώς γι’ αυτό, η διαμεσολάβηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Μία σύνθετη εμπορική διαφορά δεν χαρακτηρίζεται μόνο από το ύψος της οικονομικής απαίτησης. Συχνά χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα συμβάσεων, τεχνικά ή χρηματοοικονομικά ζητήματα, εμπλοκή περισσότερων εταιρειών, διασυνοριακά στοιχεία και διαφορετικές επιχειρηματικές κουλτούρες.

Σύνθετες εμπορικές διαμεσολαβήσεις εμφανίζονται συχνά σε μεγάλες κατασκευαστικές διαφορές, σε συγκρούσεις μεταξύ μετόχων, σε συμβάσεις franchise, σε ναυτιλιακές και ενεργειακές υποθέσεις, καθώς και σε οικογενειακές επιχειρήσεις όπου συνυπάρχουν οικονομικές και προσωπικές εντάσεις. Σε τέτοιες υποθέσεις, μία δικαστική αντιπαράθεση μπορεί να διαρκέσει χρόνια και να οδηγήσει όχι μόνο σε οικονομική εξάντληση αλλά και σε πλήρη κατάρρευση της συνεργασίας.

Η διαμεσολάβηση επιχειρεί να αποτρέψει ακριβώς αυτό. Δεν περιορίζεται μόνο στο «ποιος έχει δίκιο». Εστιάζει στα πραγματικά συμφέροντα, στις επιχειρηματικές ανάγκες και στις συνέπειες που θα έχει μία παρατεταμένη σύγκρουση. Γιατί στις σύνθετες εμπορικές διαφορές, οι επιχειρήσεις δεν χρειάζονται μόνο μία νομική λύση. Χρειάζονται μία λειτουργική λύση που να τους επιτρέπει να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται.

Η διαδικασία της διαμεσολάβησης δίνει τη δυνατότητα για εμπιστευτικότητα, ευελιξία, τεχνικές και οικονομικές λύσεις, αλλά και ταχύτητα.

Και στον επιχειρηματικό κόσμο, η ταχύτητα πολλές φορές καθορίζει την επιβίωση.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι μία κατασκευαστική εταιρεία που αναλαμβάνει μεγάλο έργο ανάπτυξης ακινήτων σε συνεργασία με επενδυτικό σχήμα και υπεργολάβους. Καθυστερήσεις στο έργο, αύξηση κόστους υλικών και διαφορετικές ερμηνείες των συμβατικών υποχρεώσεων δημιουργούν ένταση. Οι υπεργολάβοι ζητούν πρόσθετες πληρωμές. Η επενδυτική πλευρά αρνείται. Η κατασκευαστική εταιρεία πιέζεται οικονομικά.

Η σύγκρουση εξαπλώνεται και πλέον δεν αφορά μόνο μία σύμβαση. Αφορά τη χρηματοδότηση του έργου, τη σχέση των εμπλεκομένων, τη φήμη των εταιρειών και την ολοκλήρωση του ίδιου του έργου. Μία πολυετής δικαστική σύγκρουση θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάρρευση ολόκληρου του project.

Μέσα από τη διαμεσολάβηση, όμως, οι πλευρές μπορούν να διαπραγματευτούν συνολικά νέα χρονοδιαγράμματα, κατανομή κινδύνων, σταδιακές πληρωμές, τροποποίηση συμβατικών όρων και μηχανισμούς παρακολούθησης της συμφωνίας. Η λύση δεν είναι πάντα ιδανική για όλους. Είναι όμως βιώσιμη.

Στην ελληνική έννομη τάξη, η διαμεσολάβηση ρυθμίζεται κυρίως από τον Ν. 4640/2019. Ο νόμος προβλέπει περιπτώσεις όπου η αρχική προσφυγή στη διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο.

Στις εμπορικές διαφορές, η υποχρεωτικότητα αφορά κυρίως διαφορές αρμοδιότητας Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ορισμένες εμπορικές και εταιρικές διαφορές, διαφορές μεταξύ εταίρων, απαιτήσεις αποζημίωσης, αλλά και διαφορές αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου όταν το αντικείμενο της διαφοράς υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ.

Η συμμετοχή στην αρχική συνεδρία ενημέρωσης είναι υποχρεωτική. Η επίτευξη συμφωνίας όχι. Η διαμεσολάβηση διατηρεί τον εκούσιο χαρακτήρα της ως προς το αποτέλεσμα. Οι σύνθετες εμπορικές διαμεσολαβήσεις αντικατοπτρίζουν μία βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι επιχειρηματικές συγκρούσεις. Η λογική του απόλυτου ανταγωνισμού δίνει σταδιακά χώρο σε μια πιο στρατηγική προσέγγιση: λιγότερη καταστροφή σχέσεων, περισσότερη διαχείριση κινδύνου και μεγαλύτερη έμφαση στη βιωσιμότητα.

Γιατί στον σύγχρονο επιχειρηματικό κόσμο, η ικανότητα διαχείρισης συγκρούσεων αποτελεί πλέον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Ίσως τελικά αυτό να είναι το σημαντικότερο στοιχείο της εμπορικής διαμεσολάβησης: δεν προσπαθεί απλώς να «κλείσει» μια διαφορά. Προσπαθεί να αποτρέψει τη σύγκρουση από το να καταστρέψει ό,τι χτίστηκε πριν από αυτήν.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 31.05.2026

ESPA