Η συζήτηση στους κόλπους της Νέας Δημοκρατίας όσον αφορά την «επόμενη μέρα» -όποτε κι αν έρθει αυτή- έχει ανοίξει εδώ και μερικούς μήνες.
Προς το παρόν γίνεται βεβαίως προσεκτικά, ώστε να μη δημιουργηθούν προβλήματα στην κυβέρνηση καθώς και στο κόμμα ενόψει εκλογών, αλλά και για να μην καούν πρόωρα οι επίδοξοι δελφίνοι.
Ωστόσο, με τις πρόσφατες δηλώσεις του περί 25% ο πρωθυπουργός την απενοχοποίησε. Η ακριβής απάντησή του σε δημοσιογραφική ερώτηση (ΣΚΑΪ 100,3) ήταν η εξής: «Κοιτάξτε, ο καθένας -και ο αρχηγός- κρίνεται με βάση το αποτέλεσμα το οποίο φέρνει στις εκλογές. Δεν θέλω να πω κάτι παραπάνω. Να σας πω ότι, αν έφερνα 25% στις εκλογές καλά θα έκαναν να τα έλεγαν αυτά, να είμαι σαφής. Δηλαδή, από ένα σημείο και πέρα όλοι κρινόμαστε. Η ΝΔ έχει και μία παράδοση να ανταμείβει τους αρχηγούς οι οποίοι πηγαίνουν καλά, και βέβαια οι ίδιοι οι αρχηγοί, όταν δεν πηγαίνουν καλά, να κάνουν στην άκρη, να έρχεται κάποιος άλλος».
Είναι σαφές ότι η απάντηση αυτή δεν του ξέφυγε. Άλλωστε, όπως συνηθίζουν να λένε συνεργάτες του «ο Μητσοτάκης προγραμματίζει ακόμη και τον ύπνο του». Για ποιον λόγο, επομένως, ο πρωθυπουργός θέλησε να ορίσει με τόσο σαφή τρόπο το κατώτατο εκλογικό όριο πέρα από το οποίο δεν θα μπορεί να παραμείνει αρχηγός της ΝΔ και κατά συνέπεια και πρωθυπουργός;
Οι αποδέκτες αυτού του μηνύματος βρίσκονται τόσο εντός, όσο και εκτός κυβερνώντος κόμματος. Στη δεύτερη περίπτωση μιλάμε για μερίδα ψηφοφόρων οι οποίοι το 2023 είχαν επιλέξει το «γαλάζιο» ψηφοδέλτιο, αλλά αυτή τη φορά είτε έχουν μετακινηθεί σε άλλο κόμμα είτε βρίσκονται στη γκρίζα περιοχή των αναποφάσιστων.
Αυτοί οι τελευταίοι που σύμφωνα με έρευνες που έχει στη διάθεσή του το Μέγαρο Μαξίμου υπολογίζονται άνω του 5%, ο κ. Μητσοτάκης εκτιμά ότι μπορεί να μεταπειστούν. Προς αυτούς, λοιπόν, στέλνει το μήνυμα ότι εάν η ΝΔ δεν επιτύχει ικανοποιητικό ποσοστό, τότε ο ίδιος θα αποχωρήσει και η χώρα μπορεί να περιέλθει σε ακυβερνησία.
Η πρωθυπουργική αναφορά είχε όμως και εσωκομματική στόχευση. Ο κ. Μητσοτάκης έσπευσε να θέσει εκείνος πρώτος τους όρους της εσωκομματικής συζήτησης, υπό τους οποίους νομιμοποιείται κάποιος να θέσει ζήτημα ηγεσίας. Τοποθέτησε, μάλιστα, τον πήχη στο 25%, ώστε να τον περάσει με ασφάλεια. Ταυτόχρονα, προετοιμάζει και το κόμμα για ενδεχόμενα χαμηλότερα ποσοστά από αυτά που δείχνουν σήμερα οι δημοσκοπήσεις.
Πέρα από το 25%, ένα δεύτερο κρίσιμο ποσοστό είναι το 28,3% που έλαβε η ΝΔ στις ευρωεκλογές του 2024. Η επανάληψη μίας τέτοιας εκλογικής επίδοσης, σε συνδυασμό και με την απόσταση της ΝΔ από το δεύτερο κόμμα, θα δώσει τη δυνατότητα στον κ. Μητσοτάκη να πάει σε δεύτερες εκλογές, όχι για να επιτύχει αυτοδυναμία, καθώς αυτή θα φαντάζει αδύνατη, αλλά για να ενισχύσει την κοινοβουλευτική δύναμη του κόμματος στο πλαίσιο κυβέρνησης συνεργασίας.
Στην περίπτωση, όμως, που το ποσοστό της ΝΔ κυμανθεί στη ζώνη 25% έως 28%, ιδίως δε, εάν βρίσκεται προς το κάτω όριο, τότε πολύ δύσκολα δεν θα ανοίξει η συζήτηση για την «επόμενη μέρα».
Ρόλο σε αυτό θα παίξει πιθανότατα και η αντιπολίτευση, κυρίως τα κόμματα τα οποία θα αποτελέσουν τους πιθανούς κυβερνητικούς εταίρους της ΝΔ και τα οποία θα νομιμοποιούνται, πλέον, να θέσουν ζήτημα αλλαγής πρωθυπουργού. Με αθλητικούς όρους μία τέτοια απαίτηση θα αποτελέσει «ασίστ» προς τους υποψήφιους δελφίνους προκειμένου να ζητήσουν αλλαγή ηγεσίας.
Τίποτε απ’ όλα αυτά, βεβαίως, δεν θα ισχύσει εάν το ποσοστό της ΝΔ έχει μπροστά τον αριθμό «3». Σε αυτήν την περίπτωση ο κ. Μητσοτάκης θα πάει σε δεύτερες εκλογές, είτε διεκδικώντας αυτοδυναμία είτε τη μεγαλύτερη δυνατή κοινοβουλευτική ομάδα και φυσικά, ουδείς, εντός και εκτός ΝΔ δεν θα μπορεί να θέσει ζήτημα αλλαγής πρωθυπουργού.
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 18.10.2026