Κυβέρνηση συνεργασίας: Όταν τα κόμματα αρνούνται τη λύση τη δίνουν τα μαθηματικά. Του Νίκου Ηλιάδη

Στο μονολεκτικό αυτό ερώτημα, σχετικά με τη σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης, η απάντηση θα δοθεί την επομένη των εκλογών

Τις προηγούμενες ημέρες δημοσιεύτηκαν τα ευρήματα του δεύτερου κύκλου των δημοσκοπήσεων μετά τη ΔΕΘ. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί, όπως τουλάχιστον αποτυπώνονται στις σφυγμομετρήσεις των διαθέσεων της κοινής γνώμης, παραμένουν πάνω κάτω αμετάβλητοι. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να παραμένει πρώτη, αδυνατώντας να μετακινήσει τη βελόνα προς τα πάνω, αλλά διατηρώντας διψήφια διαφορά από το δεύτερο κόμμα. Η ΕΛΑΣ του Τσίπρα διατηρεί τη δεύτερη θέση, εμφανίζοντας όμως δημοσκοπική κόπωση, με ελαφρά κάμψη των ποσοστών της σε σχέση με τις προ του Ιουνίου δημοσκοπήσεις. Το ΠΑΣΟΚ έκανε ένα μικρό βήμα προς τα μπρος, μειώνοντας κάπως την απόσταση από την ΕΛΑΣ, αλλά εξακολουθώντας να βρίσκεται στην τρίτη θέση. Σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα κόμματα, το πλέον αξιοσημείωτο είναι η πρώτη δημοσκοπική καταγραφή του πολιτικού μορφώματος της Ελληνικής Συμμαχίας, πίσω από την οποία φαίνεται να κρύβεται ο προσφάτως αποφυλακισθείς Κασιδιάρης.

Αυτή είναι, λοιπόν, η εικόνα έξι, επτά μήνες πριν από τις εκλογές. Βεβαίως, το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί έως ότου στηθούν οι κάλπες στην πολιτική φαντάζει αιώνας. Όμως, οι εκτιμήσεις οι οποίες γίνονται σχετικά με τις επικείμενες εκλογές δεν μπορεί παρά να λάβουν υπόψη τα σημερινά δεδομένα. Το ζητούμενο κάθε εκλογών είναι η συγκρότηση κυβέρνησης. Η σύνθεσή της καθορίζεται από το εκλογικό αποτέλεσμα το οποίο, ωστόσο, σε επίπεδο κοινοβουλευτικών συσχετισμών μεταβολίζεται με βάση τις προβλέψεις του εκλογικού νόμου.

Με το ισχύον εκλογικό σύστημα το οποίο πριμοδοτεί με επιπλέον έδρες τα κόμματα που θα υπερβούν το 25%, είναι σαφές ότι κυβέρνηση χωρίς τη συμμετοχή του πρώτου κόμματος είναι αδύνατον να συγκροτηθεί. Ακόμη και στην ενδεχόμενη περίπτωση που το πρώτο κόμμα δεν υπερβεί το 25%. Υπενθυμίζεται ότι οι εκλογές του 2023 είχαν γίνει με εκλογικό σύστημα που ήταν πολύ κοντά στην απλή αναλογική, ωστόσο, κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν έδειξε διάθεση συνεργασίας προκειμένου να ανακόψει τη δεύτερη κυβερνητική θητεία της ΝΔ. Ακόμη και ο Αλέξης Τσίπρας, η κυβέρνηση του οποίου είχε ψηφίσει την “απλή αναλογική” είχε δηλώσει ότι “δεν πρόκειται να συμμετέχω σε μια κυβέρνηση των ηττημένων”, συνομολογώντας ότι κυβέρνηση χωρίς το πρώτο κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει.

Επομένως, με βάση τα τωρινά δημοσκοπικά δεδομένα το ενδεχόμενο η ΝΔ να μην συμμετάσχει στην επόμενη κυβέρνηση φαντάζει απίθανο. Άρα, εκείνο που μένει να απαντηθεί είναι με ποιο ή με ποια άλλα κόμματα θα χρειαστεί να συμπράξει προκειμένου να επιτευχθεί η “δεδηλωμένη”. Σήμερα, όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης ξορκίζουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι δεν πρόκειται να συγκυβερνήσουν με τη ΝΔ. Ακόμη και το ΠΑΣΟΚ που το έκανε την περίοδο 2012-2014, ακόμη και ο Αλέξης Τσίπρας ο οποίος συγκυβέρνησε με την υπερδεξιά του Πάνου Καμμένου.

Την ίδια κατηγορηματική άρνηση θα συνεχίσουν να διατυπώνουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης έως τις εκλογές. Όμως, ανάμεσα στο “πριν” και το “μετά”, μεσολαβούν οι εκλογές το αποτέλεσμα των οποίων επιδρά πάντα καταλυτικά στις μετεκλογικές εξελίξεις. Κι αν δεν είναι το ΠΑΣΟΚ, το οποίο ζεματίστηκε από την προηγούμενη συγκυβέρνηση με τη ΝΔ, κι αν δεν είναι η ΕΛΑΣ, παρά τη στροφή προς τον ρεαλισμό που επιχειρεί ο Αλέξης Τσίπρας, κάποιος ή κάποιοι θα βρεθούν να τσοντάρουν τη ΝΔ για να συμπληρωθούν οι 151 βουλευτές.

Διότι διαφορετικά η λύση θα πρέπει να βρεθεί από τα κόμματα της λεγόμενης προοδευτικής αντιπολίτευσης. Θεωρητικά υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο καθώς, στην περίπτωση που το κυβερνών κόμμα περάσει κάτω από τον πήχη του 25% το εκλογικό σύστημα θα λειτουργήσει όπως περίπου η απλή αναλογική. Με ποιους, όμως, σε αυτήν την περίπτωση θα συνεργαστεί το πρώτο κόμμα, είτε αυτό είναι η ΕΛΑΣ είτε το ΠΑΣΟΚ; Ακόμη και εάν συμπράξουν οι δυο τους θα χρειαστούν τουλάχιστον άλλους δύο για να συγκροτήσουν κυβέρνηση, δεδομένου ότι το άθροισμα των εδρών τους δεν θα ξεπερνά τους 100 με 110 βουλευτές. Το ΚΚΕ αποκλείεται από χέρι, το ίδιο και η Πλεύση Ελευθερίας αλλά και το ΜεΡΑ25. Απομένει μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ, εάν και εφόσον μπει στη Βουλή, αλλά κι αυτός δεν επαρκεί.

Συνεπώς; Στο μονολεκτικό αυτό ερώτημα, σχετικά με τη σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης, η απάντηση θα δοθεί την επομένη των εκλογών.

ESPA