Η συζήτηση στους κόλπους της Νέας Δημοκρατίας γίνεται προς το παρόν ψιθυριστά, αλλά πάντως γίνεται. Με την προχθεσινή συνέντευξή του (στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ) ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όχι μόνο τη συντήρησε, αλλά σχεδόν τη νομιμοποίησε. Ρωτήθηκε ο πρωθυπουργός τι θα κάνει στην περίπτωση που η ΝΔ πάρει στις εκλογές 25%. Η ακριβής απάντησή του ήταν η εξής: «Κοιτάξτε, ο καθένας –και ο αρχηγός– κρίνεται με βάση το αποτέλεσμα το οποίο φέρνει στις εκλογές. Δεν θέλω να πω κάτι παραπάνω. Να σας πω ότι, αν έφερνα 25% στις εκλογές καλά θα έκαναν να τα έλεγαν αυτά, να είμαι σαφής. Δηλαδή, από ένα σημείο και πέρα όλοι κρινόμαστε. Η ΝΔ έχει και μια παράδοση να ανταμείβει τους αρχηγούς οι οποίοι πηγαίνουν καλά, και βέβαια οι ίδιοι οι αρχηγοί, όταν δεν πηγαίνουν καλά, να κάνουν στην άκρη, να έρχεται κάποιος άλλος».
Το πρώτο ερώτημα είναι γιατί ο κ. Μητσοτάκης προσδιόρισε με τόσο σαφή τρόπο το κατώτατο εκλογικό όριο πέρα από το οποίο δεν θα μπορεί να παραμείνει αρχηγός της ΝΔ και πρωθυπουργός. Οι απαντήσεις που υπάρχουν εδώ είναι δύο. Πρώτον, για να στείλει ένα μήνυμα προς τους πρώην ψηφοφόρους του κόμματος ότι εάν στον πρώτο γύρο των εκλογών ψηφίσουν με τη λογική “ας κοντύνουμε λίγο τον Μητσοτάκη και στον δεύτερο γύρο θα τον ψηφίσουμε”, ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην υπάρχει Μητσοτάκης στον δεύτερο γύρο. Δεύτερον, για να προλάβει να θέσει εκείνος τους όρους του εσωκομματικού παιχνιδιού, και κυρίως, την αφετηρία, πέρα από την οποία θα νομιμοποιείται κάποιος να θέσει ζήτημα ηγεσίας.
Η επιλογή του 25% συνδέεται και με τον εκλογικό νόμο σύμφωνα με τον οποίο αν ένα κόμμα δεν ξεπεράσει αυτό το ποσοστό δεν δικαιούται ούτε τις πρώτες 20 επιπλέον έδρες που δίνονται ως μπόνους. Ωστόσο, την ώρα που όλες οι δημοσκοπήσεις δίνουν στη ΝΔ ποσοστά της τάξης 28% έως 30% (με αναγωγή) η οριοθέτηση της αμφισβήτησης στο 25% δείχνει ότι ο κ. Μητσοτάκης σπεύδει να τοποθετήσει χαμηλά τον πήχη ώστε να τον περάσει με ασφάλεια. Υπάρχει, όμως και η άλλη ανάγνωση ότι ο πρωθυπουργός δεν πολυπιστεύει τα δημοσκοπικά ευρήματα περί 30% και πλέον, και επιχειρεί να προετοιμάσει το κόμμα για χαμηλότερες επιδόσεις στην κάλπη.
Πάντως, ο πρωθυπουργός απέφυγε να αποσαφηνίσει τι θα συμβεί στην περίπτωση που τα ποσοστά του κυβερνώντος κόμματος κυμανθουν στη ζώνη από 26% έως 32% με 33%. Δεν θα αναφερθώ σε ποσοστά της τάξης του 36% ως 38% που υπό προϋποθέσεις δίνουν αυτοδυναμία, καθώς τα θεωρώ απολύτως ανεδαφικά, με τα σημερινά τουλάχιστον δεδομένα. Εδώ τα πιθανότερα σενάρια είναι τρία.
1. Στην περίπτωση που το ποσοστό της ΝΔ έχει μπροστά τον αριθμό “3”, και εφόσον η απόσταση από τα άλλα κόμματα παραμείνει στα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα, ο κ. Μητσοτάκης θα δικαιούται να προσφύγει σε δεύτερες εκλογές διεκδικώντας τρίτη πρωθυπουργική θητεία, είτε αυτοδύναμος είτε, πιθανότατα, με κυβερνητικό εταίρο.
2. Ο δεύτερος κρίσιμος αριθμός είναι το 28,3% που είχε λάβει η ΝΔ στις ευρωεκλογές του 2024. Έως αυτό το όριο δύσκολα θα μπορούν οι “δελφίνοι” να θέσουν ζήτημα ηγεσίας. Στην περίπτωση αυτή ο κ. Μητσοτάκης θα επιχειρήσει και πάλι δεύτερες εκλογές, γνωρίζοντας ότι, πλέον, θα πρέπει να αναζητήσει περισσότερους του ενός κυβερνητικούς εταίρους. Όμως και πάλι δύσκολα θα μπορούν, ακόμη και τα άλλα κόμματα, να θέσουν ζήτημα αλλαγής πρωθυπουργού.
3. Εάν το ποσοστό του κυβερνώντος κόμματος πέσει κάτω και από το 28% τότε όλα είναι ανοιχτά όσον αφορά τη συζήτηση περί αλλαγής ηγεσίας. Ιδίως εάν το ποσοστό της ΝΔ βρίσκεται εγγύτερα προς το 25%. Όμως, ακόμη και στο ενδεχόμενο επαναληπτικών εκλογών οι πιθανοί κυβερνητικοί εταίροι θα νομιμοποιούνται πλέον να θέσουν θέμα αλλαγής πρωθυπουργού σε μια πιθανή κυβέρνηση συνεργασίας. Σε μια τέτοια περίπτωση η πιθανότητα να αρκεστεί ο κ. Μητσοτάκης μόνο στο αξίωμα του προέδρου της ΝΔ φαντάζει πολύ μικρή.