Το νέο τοπίο της κυβερνοασφάλειας

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν έκανε τις κυβερνοεπιθέσεις εξυπνότερες. Τις έκανε φθηνές και αυτό αλλάζει ποιος είναι ο στόχος.

15.jpg

Του Κομνηνού Καλανδρέα, Managing Director, ΤΗΛΕΜΑΤΙΚΗ ICT

Για δύο περίπου δεκαετίες η κυβερνοασφάλεια στηριζόταν σε μία σιωπηρή παραδοχή, ότι «απέναντι», στη θέση του επιτιθέμενου, βρίσκεται ένας άνθρωπος. Άνθρωπος με πεπερασμένο χρόνο, με γνώση που αποκτάται δύσκολα, με κόστος για κάθε ώρα που αφιερώνει σε έναν στόχο. Πάνω σε αυτή την παραδοχή χτίστηκαν τα πάντα, από το τι αξίζει να προστατευθεί μέχρι το πόσο γρήγορα οφείλει να αντιδράσει κανείς. Η παραδοχή αυτή έπαψε να ισχύει.

Η τεχνητή νοημοσύνη μετέβαλε ταυτόχρονα και τους τρεις περιορισμούς που κρατούσαν το πρόβλημα σε διαχειρίσιμη κλίμακα, τον χρόνο, τη γνώση και το κόστος. Οι επιθέσεις που την αξιοποιούν αυξήθηκαν κατά 72% μέσα σε έναν χρόνο και πάνω από τα τέσσερα πέμπτα των παραπλανητικών μηνυμάτων γράφονται πλέον με τη βοήθειά της. Δεν πρόκειται όμως για μια ακόμη βελτίωση στο οπλοστάσιο των επιτιθέμενων, αλλά για αλλαγή της ίδιας της οικονομικής λογικής που όριζε ποιος γίνεται στόχος και ποιος όχι.

Τρία χαρακτηριστικά του νέου τοπίου

Πρώτο: Η επίθεση δεν χρειάζεται πια άνθρωπο. Μέχρι πρόσφατα η τεχνητή νοημοσύνη ήταν βοηθός του επιτιθέμενου· του έγραφε ένα πειστικό μήνυμα, τον γλίτωνε από τα ορθογραφικά που τον πρόδιδαν. Μέσα στο καλοκαίρι καταγράφηκε το πρώτο λογισμικό εκβιασμού που εκτέλεσε σχεδόν ολόκληρη την επίθεση μόνο του. Εντόπισε τον στόχο, έκλεψε τους κωδικούς, κλείδωσε τα αρχεία και ζήτησε λύτρα, χωρίς ανθρώπινο χέρι. Αυτό που άλλαξε είναι ο χρόνος: Ό,τι χρειαζόταν μέρες, γίνεται τώρα σε λεπτά.

Δεύτερο, και σημαντικότερο: Κατέρρευσε το κόστος. Τον Ιούνιο κυκλοφόρησε το GLM-5.2, ένα κινεζικό σύστημα τεχνητής νοημοσύνης ελεύθερης διάθεσης, ικανό να εκτελεί σύνθετες εργασίες μόνο του, στο επίπεδο των κορυφαίων δυτικών συστημάτων, αλλά με το μισό κόστος. Η ουσιαστική διαφορά δεν είναι η επίδοση. Είναι ότι ο καθένας μπορεί να το κατεβάσει σε έναν απλό υπολογιστή, να του αφαιρέσει τις δικλείδες ασφαλείας, να το εκπαιδεύσει πάνω στον στόχο που τον ενδιαφέρει και να το δουλέψει χωρίς κανένας πάροχος να βλέπει τι κάνει.

Εδώ βρίσκεται η καρδιά του νέου τοπίου, και είναι υπόθεση οικονομική, όχι τεχνολογική. Αυτό που προστάτευε μέχρι σήμερα τη μικρή επιχείρηση δεν ήταν η ασφάλειά της· ήταν τα οικονομικά του επιτιθέμενου. Χρειαζόταν την ίδια δουλειά για να χτυπήσει μία εταιρεία οκτώ ατόμων και μία εταιρεία οκτακοσίων -οπότε πήγαινε στη δεύτερη. Η μικρή επιχείρηση δεν ήταν ασφαλής· ήταν ασύμφορη.

Αυτή η αναλογία έσπασε. Όταν η ίδια εργασία εκτελείται αυτόματα, χίλιες φορές, με μηδενικό πρόσθετο κόστος για κάθε επόμενο στόχο, η έννοια «πολύ μικρός για να αξίζει» παύει να υφίσταται. Δεν έγιναν οι επιθέσεις εξυπνότερες. Έγιναν φθηνές και επομένως υπερπολλαπλάσιες.

Μία λεπτομέρεια δείχνει πόσο άνισος είναι ο αγώνας. Όταν, τον Ιούλιο, μία μεγάλη διεθνής πλατφόρμα χρειάστηκε να ερευνήσει παραβίαση στα συστήματά της, οι μηχανικοί της διαπίστωσαν ότι τα επίσημα εμπορικά μοντέλα αρνούνταν, για λόγους ασφαλείας, να απαντήσουν στα ερωτήματά τους. Κατέφυγαν στο ίδιο ακριβώς κινεζικό μοντέλο χωρίς περιορισμούς. Ο επιτιθέμενος δεν έχει κανόνες· ο αμυνόμενος έχει.

Τρίτο: Η τεχνητή νοημοσύνη μπήκε και μέσα στην επιχείρηση, ως πόρτα. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της εταιρείας ασφαλείας Sophos, οι ψηφιακοί βοηθοί τεχνητής νοημοσύνης είναι σήμερα το σημείο από το οποίο οι επιχειρήσεις εκτίθενται ταχύτερα από κάθε άλλο. Οι εργαζόμενοι τούς δίνουν πρόσβαση στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, στο πελατολόγιο, στα αρχεία, για να πάει πιο γρήγορα η δουλειά. Ένας τέτοιος βοηθός που θα παραβιαστεί, δεν δίνει πρόσβαση σε ένα από αυτά· τα δίνει όλα μαζί και οκτώ στα δέκα προγράμματα προστασίας που είναι σήμερα εγκατεστημένα δεν μπορούν καν να το αντιληφθούν.

Επιθέσεις σε κόμβους εμπιστοσύνης

Στα μέσα Ιουλίου παραβιάστηκε η Hugging Face, η πλατφόρμα από την οποία χιλιάδες εταιρείες σε όλο τον κόσμο κατεβάζουν έτοιμα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης. Ο επιτιθέμενος ήταν αυτόνομο λογισμικό, όχι άνθρωπος. Το γεγονός αυτό καθεαυτό ενδιαφέρει ελάχιστα μία ελληνική επιχείρηση. Η φύση του, όμως, ορίζει την κατηγορία επιθέσεων που θα κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια.

Η λογική είναι απλή. Ο επιτιθέμενος δεν πηγαίνει στο θύμα, πηγαίνει στο σημείο που το θύμα εμπιστεύεται. Δεν χτυπά μία εταιρεία, τοποθετείται πάνω από χιλιάδες.

Το πιο κατανοητό παράδειγμα το ζήσαμε στην Ευρώπη. Τον Σεπτέμβριο του 2025 μία επίθεση εκβιαστικού λογισμικού σε μία και μόνο εταιρεία, που προμηθεύει συστήματα επιβίβασης, καθήλωσε ταυτόχρονα το Χίθροου, τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο. Κανένα από τα τρία αεροδρόμια δεν είχε παραβιαστεί. Και τα τρία χρησιμοποιούσαν το ίδιο πρόγραμμα, και τα τρία επέστρεψαν στο χαρτί και το στυλό. Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Η εμπλοκή τρίτων σε παραβιάσεις διπλασιάστηκε μέσα σε έναν χρόνο και αγγίζει πλέον το 30%.

Τι σημαίνει αυτό για μία μικρή επιχείρηση;

  • Πρώτον, ότι ο κίνδυνος θα φτάνει μέσα από νόμιμο κανάλι. Μπορείς να εκπαιδεύσεις το προσωπικό σου να μην ανοίγει ύποπτα μηνύματα, δεν μπορείς όμως να το εκπαιδεύσεις να μην εμπιστεύεται την ενημέρωση του προγράμματος που χρησιμοποιεί κάθε πρωί.
  • Δεύτερον, ότι κληρονομεί τον κίνδυνο όσων εμπιστεύεται, χωρίς να τον έχει επιλέξει. Η ασφάλεια της επιχείρησης εξαρτάται πια και από τον λογιστή της, τον τεχνικό της, τον κατασκευαστή του λογισμικού της.
  • ΤΡΊΤΟΝ, ότι η απόσταση ανάμεσα στο «ανακαλύφθηκε μΊα αδυναμία» και στο «αξιοποιείται παντού» συρρικνώνεται σε ώρες.

Η θέση της μικρομεσαίας επιχείρησης

Τι σημαίνουν όλα αυτά για μία επιχείρηση στη Θεσσαλονίκη με δώδεκα υπαλλήλους; Λιγότερα απ' όσα φοβάται και περισσότερα απ' όσα νομίζει. Τα βασικά παραμένουν βασικά, και παραμένουν φθηνά.

  • Εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση του προσωπικού, που είναι η αποδοτικότερη επένδυση ασφάλειας που μπορεί να κάνει μία μικρή εταιρεία.
  • Διπλή πιστοποίηση στους λογαριασμούς, δηλαδή κωδικός και μία δεύτερη επιβεβαίωση από το κινητό.
  • Ένα αντίγραφο ασφαλείας εκτός δικτύου.
  • Τηλεφωνική επιβεβαίωση πριν από κάθε αλλαγή τραπεζικού λογαριασμού σε τιμολόγιο.
  • Καθαρή εικόνα για το ποιος έχει απομακρυσμένη πρόσβαση στα συστήματα.

Θα ήταν όμως ανέντιμο να ισχυριστεί κανείς ότι αυτά αρκούν. Αρκούσαν, όσο ο «αντίπαλος» ήταν άνθρωπος. Το νέο τοπίο προσθέτει δύο απαιτήσεις που έπαψαν να είναι πολυτέλεια των μεγάλων.

Η πρώτη είναι η στενή, συνεχής παρακολούθηση. Όταν μία επίθεση ολοκληρώνεται σε λεπτά, δεν έχει νόημα να ανακαλύπτεις το πρωί της Δευτέρας τι συνέβη το βράδυ του Σαββάτου. Κάποιος πρέπει να βλέπει τι γίνεται στο δίκτυο τη στιγμή που γίνεται. Για μια μικρή επιχείρηση αυτό δεν σημαίνει δικό της τμήμα ασφάλειας. Σημαίνει ανάθεση σε κάποιον που το κάνει επαγγελματικά.

Η δεύτερη είναι εξοπλισμός και λογισμικό που ενημερώνονται με τον ρυθμό που αλλάζει η απειλή. Ένα μηχάνημα προστασίας επτά ετών, που δεν λαμβάνει πλέον ενημερώσεις, δεν είναι φθηνή λύση· είναι ανοιχτή πόρτα με λουκέτο του περασμένου αιώνα. Το ζητούμενο δεν είναι το ακριβότερο σύστημα, αλλά εκείνο που προσαρμόζεται γρήγορα, γιατί το τοπίο δεν αλλάζει πια ανά πενταετία, αλλά ανά τρίμηνο.

Υπάρχει και η άλλη όψη, που σπάνια λέγεται. Το ίδιο εργαλείο δουλεύει και για τις δύο πλευρές. Όσοι αξιοποιούν τεχνητή νοημοσύνη στην άμυνα εντοπίζουν απειλές περίπου 60% ταχύτερα. Δεν βρισκόμαστε μπροστά σε αήττητο αντίπαλο, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν πολύ πιο επίμονο.

Και αυτή είναι, τελικά, η μόνη ερώτηση που έχει σημασία σήμερα. Όχι αν η εταιρεία σου είναι αρκετά μεγάλη ώστε να αξίζει να τη χτυπήσουν-αυτό δεν το ορίζεις πια εσύ- αλλά αν είναι αρκετά ενημερωμένη και αρκετά επιτηρούμενη ώστε να μην αξίζει τον κόπο. Απαιτεί απόφαση και κάποιο κόστος. Παραμένει όμως κλάσμα εκείνου που πληρώνει όποιος το ανακαλύψει αργά.

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 02.08.2026

ESPA