Βόρεια Ελλάδα: Ασκήσεις πολεμικής ισορροπίας σε σκηνικό ομηρίας για το επιχειρείν

Δοκιμάζεται ο παραγωγικός ιστός της χώρας – Άνοδο χονδρικών τιμών 20 – 30% βλέπει ήδη η αγορά – Σπάνε τα κοντέρ των αυξήσεων αμόλυβδη, ντίζελ κίνησης

Να περάσουν με όσο το δυνατόν λιγότερα πλήγματα από το ναρκοπέδιο των Στενών του Ορμούζ καλούνται οι επιχειρήσεις, με κορυφαίες βιομηχανίες της Βόρειας Ελλάδας να αναπροσαρμόζουν τάχιστα τους σχεδιασμούς τους, ελπίζοντας στο καλύτερο, ήτοι εκεχειρία ως το Πάσχα, προετοιμαζόμενες βέβαια εντατικά και για το χειρότερο, δηλαδή παράταση των συγκρούσεων ως το Μάιο και βλέπουμε…

Το αποτύπωμα του πολέμου κάθε μέρα που περνά βαθαίνει όλο και περισσότερο, με επιχειρήσεις που εδρεύουν στη μεγαλύτερη Βιομηχανική Περιοχή της χώρας, τη Σίνδο, να βγάζουν χαρτί, μολύβι και κομπιουτεράκια έχοντας, μετά από τόσες διαδοχικές κρίσεις, εμπειρία στο… μάνατζμεντ της αβεβαιότητας. 

Αυτό που τινάζει στον αέρα τους προϋπολογισμούς που είχαν εκπονηθεί σε καιρούς ειρήνης, αφορά πρωτίστως τις πτήσεις στη στρατόσφαιρα των τιμών του πετρελαίου, πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι και δευτερευόντως την αύξηση του φυσικού αερίου (από τα 30 ευρώ τη μεγαβατώρα σε 60).

Εφόσον ο πόλεμος τραβήξει επί μακρόν μπαίνουν στο τραπέζι, μεταξύ άλλων, τακτικές ελέγχου του επιχειρηματικού ρίσκου. Αφορούν μεταξύ άλλων, αναστολή επενδυτικών πλάνων, διάχυση των αυξήσεων στα προϊόντα, λόγω ανόδου μεταφορικού και ενεργειακού κόστους, στις τιμές λιανικής (αυτό που πληρώνει ο καταναλωτής), στροφή σε νέες αγορές, για όσες επιχειρήσεις εξάγουν, για αντιστάθμιση κινδύνου. Σε κάθε περίπτωση, κρίνονται απαραίτητες αμυντικές κινήσεις για μετριασμό των απωλειών στους ισολογισμούς των επιχειρήσεων.

Πυκνώνουν τα σύννεφα αλλά αντέχουν οι εξαγωγές

Υπό αυτό το πρίσμα, η πολεμική τανάλια αρχίζει να πιέζει με ολοένα και αυξανόμενη ένταση και τις εξαγωγές, χωρίς για την ώρα να ηχούν… ηχηροί συναγερμοί, με την ανησυχία ωστόσο να φουντώνει.

Η αύξηση του ενεργειακού κόστους, των ναύλων και των κοντέινερς επηρεάζουν σημαντικά την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων – ιδιαίτερα όσων κατευθύνονται στην αγορά της Ασίας αλλά αυτό που «φοβίζει» περισσότερο είναι μία γενικευμένη πτώση της ζήτησης για ελληνικά προϊόντα από τις αγορές – αιμοδότες των εξαγωγών (Ιταλία, Γερμανία, Κύπρος, Βουλγαρία και ΗΠΑ) εξαιτίας των οικονομικών απόνερων του πολέμου, ιδιαίτερα αν αυτός παραταθεί επί μακρόν.

Αυτή τη στιγμή, παρατηρείται μία επιβάρυνση της τάξεως του περίπου 10% στο μεταφορικό κόστος, καθώς πέρα από την αύξηση του χρόνου μεταφοράς εμπορευμάτων, με τα Στενά του Ορμούζ «νεκρή ζώνη», τον ανήφορο παίρνει και το ενεργειακό κόστος. Δεν είναι τυχαίο πως αρχίζουν να καταγράφονται ελλείψεις σε πλαστικά συσκευασίας, δεδομένου ότι παράγονται από υποκατάστατα του πετρελαίου.

Οι πρώτοι κανονιοβολισμοί ανατιμήσεων

Με το επιχειρείν λοιπόν να στρέφει το βλέμμα σε Λευκό Οίκο, Τεχεράνη και Τελ Αβίβ για όσο το δυνατόν ευκρινέστερα σημάδια αποκλιμάκωσης στο πεδίο των μαχών, γενικευμένα φαινόμενα ανατιμήσεων έχουν ήδη ξεκινήσει να κινούνται… απειλητικά, πλήττοντας ζωτικά κύτταρα του παραγωγικού ιστού. 

Ήδη προμηθευτικές επιχειρήσεις έστειλαν «πολεμικούς» τιμοκαταλόγους στους πελάτες τους με αυξήσεις 20% - 30% (αντανακλώντας τις πρώτες ανοδικές πιέσεις στο μεταφορικό και ενεργειακό κόστος), επικαλούμενες την διαταραχή στην εφοδιαστική αλυσίδα που τίναξε στον αέρα κάθε προπολεμικό προγραμματισμό. Κοινή είναι η παραδοχή πως δε θα αποφευχθεί μια διάχυση των πληθωριστικών πιέσεων στους περισσότερους κλάδους της οικονομίας, αν δεν λήξει η σύγκρουση.

Θα ψάχνουμε με το κιάλι… λιπάσματα;

Σε αυτό το πλαίσιο, μίνι συναγερμός έχει σημάνει και στον αγροτικό κόσμο, με τις συνέπειες να διαφαίνονται σε βάθος χρόνου. Η ένταση στη Μέση Ανατολή δεν επηρεάζει μόνο τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σαν «ντόμινο», οι αναταράξεις μεταφέρονται ήδη στην αγορά λιπασμάτων και απειλούν να περάσουν, με καθυστέρηση μερικών μηνών, και στην παραγωγή σιτηρών και τελικά στις τιμές των τροφίμων.

Από τα Στενά του Ορμούζ «περνά» περίπου το 25% των παγκόσμιων εξαγωγών αζώτου που μεταφέρονται μέσω θαλάσσης, το 45% του θείου και περίπου το 10% των εξαγωγών φωσφόρου, προϊόντα που μαζί με την ουρία συνδέονται στενά με τα γεωργικά λιπάσματα, γιατί είναι βασικές ουσίες που παρέχουν θρεπτικά στοιχεία στα φυτά. Χωρίς λιπάσματα δεν υπάρχουν καλλιέργειες, σε μία συγκυρία που ήδη η αγροτική παραγωγή στη χώρα μας ακολουθεί φθίνουσα πορεία.

Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, τα λιπάσματα δεν διαθέτουν σημαντικά στρατηγικά αποθέματα αφήνοντας τις γεωργικές αγορές ευάλωτες σε ελλείψεις εφοδιασμού, καθώς ακόμη και οι μέτριες μειώσεις στη χρήση λιπασμάτων μπορούν να μειώσουν τις αποδόσεις βασικών καλλιεργειών όπως το καλαμπόκι, το σιτάρι και το ρύζι.

Για την παγκόσμια οικονομία, οι επιπτώσεις των διαταραχών στο εμπόριο λιπασμάτων είναι πιθανό να φανούν με καθυστέρηση 6-9 μηνών λόγω των χαμηλότερων αποδόσεων των καλλιεργειών. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερο πληθωρισμό τροφίμων, περιορισμένα αποθέματα σιτηρών και αυξημένους κινδύνους επισιτιστικής ασφάλειας για τις χώρες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές (και η Ελλάδα μεταξύ αυτών), ασκώντας ταυτόχρονα ευρύτερες μακροοικονομικές πιέσεις στις τιμές. 

«Βόμβες διασποράς» στα ράφια, πριν καν ξεκινήσει ο πόλεμος….

super.jpg?v=0

Περνώντας στο μέτωπο των… σούπερ μάρκετ, η άνιση μάχη των καταναλωτών με τις αγριεμένες τιμές έχει ξεκινήσει εδώ και περίπου έξι χρόνια. Δεν χρειάστηκε να ξεπεράσει το πετρέλαιο τα 100 δολάρια το βαρέλι για να δοθεί το έναυσμα μίας ακόμη ανοδικής πορεία στις τιμές των τροφίμων. Ήδη μέσα στις πρώτες δέκα εβδομάδες του 2026 έχουν καταγραφεί αυξήσεις τιμών σε περισσότερους από 7.500 κωδικούς προϊόντων, βάσει εκτιμήσεων παραγόντων της αγοράς. Θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως μέχρι το Πάσχα οι 7.500 κωδικοί θα γίνουν 8.500 (και βλέπουμε), μόλις ο πόλεμος «ενσωματωθεί» στα τιμολόγια.

Το νέο αυτό κύμα ανατιμήσεων έρχεται να προστεθεί στις αυξήσεις σε περισσότερους από 11.500 κωδικούς που είχαν σημειωθεί στο τελευταίο τρίμηνο του 2025, με βάση στοιχεία από ελέγχους που διενήργησε η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή.

Η έκταση του φαινομένου δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες κατηγορίες προϊόντων που επηρεάζονται αισθητά από τις διεθνείς πιέσεις –όπως το μοσχάρι, ο καφές και η σοκολάτα– αλλά απλώνεται σε ένα μεγάλο φάσμα βασικών ειδών καθημερινής κατανάλωσης, με τον πληθωρισμό Μαρτίου να αποτυπώνει πιο έντονα την εικόνα της αγοράς. Γιαούρτι, τυριά, αυγά, βούτυρο, κοτόπουλο, χοιρινό, αλλαντικά, βρεφικές τροφές, οπωροκηπευτικά βρίσκονται ανάμεσα στα προϊόντα που εμφανίζουν αυξήσεις, δημιουργώντας ένα περιβάλλον έντονης ανησυχίας για την εξέλιξη των τιμών στο ράφι, οδεύοντας ολοταχώς στο πιο ακριβό Πάσχα των τελευταίων 30 (και βάλε) ετών, με το μοσχάρι να ίπταται στα 20 ευρώ το κιλό και τον παραδοσιακό Οβελία στο θρόνο των 16 ευρώ, «αχρηστεύοντας» το πλαφόν κέρδους στην πράξη.

«Οχυρώνονται» οι καταναλωτές

Το βαρύ πολεμικό κλίμα λοιπόν ρίχνει την δικά του βαριά σκιά στην ψυχολογία της αγοράς. Η αλλαγή στις συνήθειες είναι ήδη ορατή, βάσει έρευνας της Nielsen, με το 57% των καταναλωτών να δηλώνει ανήσυχο από τον πόλεμο και το 27% να βιώνει έντονο στρες.

Το 72% των καταναλωτών δηλώνει ότι έχει προσαρμόσει τη συμπεριφορά του, με το 35% να περιορίζει τις δαπάνες και το 25% τις εξόδους του. Ένα 10% δηλώνει ότι έχει στοκάρει βασικά προϊόντα, ενώ η ανησυχία εστιάζει κυρίως σε ενδεχόμενες ανατιμήσεις (22%) και ελλείψεις (19%). Η γεωπολιτική κλιμάκωση και η αύξηση στις τιμές καυσίμων ανησυχούν αντίστοιχα το 16% και το 14%.

Το 57% των νοικοκυριών αναφέρει ότι το εισόδημά του φτάνει μόνο για τις βασικές ανάγκες, ενώ μόλις το 13% βλέπει βελτίωση στην οικονομική του κατάσταση. Παρά την αυξημένη πίεση όμως, οι καταναλωτές δείχνουν να προσαρμόζονται: Περίπου το 68% παρακολουθεί στενά τις τιμές των προϊόντων και το 76% αναζητά ενεργά προσφορές, φυλλάδια και κουπόνια.

ΒΕΝΖΙΝΗ

Ράλι δίχως φρένα και… εμπρησμός στα πορτοφόλια

Αφήνει πίσω της την κορυφή των 2 ευρώ το λίτρο και βάζει πλώρη ολοταχώς για τα 2,30 και βλέπουμε η αμόλυβδη και στη Θεσσαλονίκη, με το ντίζελ (πετρέλαιο κίνησης) να την… κερδίζει στην κούρσα πατώντας και αυτό γκάζι για νέες κορυφές.

Το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους μπορεί να αποτρέπει ενδεχομένως ακόμα μεγαλύτερες ανατιμήσεις, δεν προστατεύει ωστόσο επί της ουσίας τους καταναλωτές. Η βενζίνη όπως και τα υπόλοιπα καύσιμα κίνησης ακριβαίνουν παρά την επιβολή του πλαφόν. Και αυτό επειδή δεν έχει αποφασιστεί ανώτατη τιμή πώλησης.

Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει τον ορισμό ανώτατου περιθωρίου μικτού κέρδους στις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών και τους πρατηριούχους. Το μικτό περιθώριο κέρδος, όμως, των δύο κλάδων αφορά μόλις το 10% της τελικής τιμής της βενζίνης. Συνεπώς το πλαφόν δεν μπορεί να περιορίσει τις αυξήσεις όταν η τελική τιμή πώλησης διαμορφώνεται κατά σχεδόν 60% από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και τον ΦΠΑ και κατά περίπου 30% από τα διυλιστήρια.

Με τις καταστροφές στις ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή να συνεχίζονται αμείωτες και τις προβλέψεις ήδη να μιλούν για τιμή πετρελαίου ακόμα και πάνω από 150(!) δολάρια το βαρέλι από 110 δολάρια τις τελευταίες μέρες, ο πύρινος εφιάλτης των αυξήσεων στη βενζίνη δε θα τελειώσει σύντομα.

Τα 5 σημεία – κλειδιά

1) Η πρώτη και πιο άμεση επίπτωση ενός παρατεταμένου γεωπολιτικού σοκ είναι η περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού, εξαιτίας των διεθνών πιέσεων στις τιμές.

2)Ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ ανοίγει διάπλατα τον δρόμο νέων ανατιμήσεων, με τις επιχειρήσεις στη Βόρεια Ελλάδα να καταστρώνουν στρατηγικές αντίδρασης.

3)Η απογείωση των τιμών πετρελαίου, αερίου δε θα αργήσει να αποτυπωθεί στις τελικές τιμές των προϊόντων.

4) Οι αυξήσεις εμφανίζονται πρώτα στα καύσιμα και στην ηλεκτρική ενέργεια, αλλά σύντομα επηρεάζουν το κόστος παραγωγής, τις τιμές τροφίμων και τις υπηρεσίες.


5) Ο μεγαλύτερος φόβος για την ελληνική οικονομία αφορά τον τουρισμό, καθώς η συνέχιση του πολέμου πέρα και από τον Απρίλιο απειλεί να τινάξει στον αέρα τη θερινή σεζόν.

TOΥΡΙΣΜΟΣ 

plaka-naxos-tourismos-paralia-thalassa-kyklades-nisi.jpg?v=0

Υπομονή κι επιμονή σε τοπίο αστάθειας – Όπλο η ασφάλεια

Μία ανάσα πριν την έναρξη της σεζόν και τρεις εβδομάδες μετά το ξέσπασμα των συγκρούσεων, ο τουρισμός εξακολουθεί να πορεύεται σε σκηνικό παραλυτικής αβεβαιότητας, καθώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή φαίνεται να επηρεάζουν ήδη τους ρυθμούς των κρατήσεων.

Οι πρώτες ενδείξεις από την αγορά δείχνουν ότι ο ρυθμός των κρατήσεων για ταξίδια προς την Ελλάδα, τόσο για την πασχαλινή περίοδο όσο και για το καλοκαίρι, έχει επιβραδυνθεί ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφεται ακόμα και προσωρινό «πάγωμα», με τη Βόρεια Ελλάδα να επιδεικνύει αντοχές αλλά αναπόφευκτα δεν ξεφεύγει από τον γενικό κανόνα.

Ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και τουριστικοί παράγοντες αναφέρουν ότι αρκετοί επισκέπτες επιλέγουν τις τελευταίες ημέρες να καθυστερήσουν την οριστικοποίηση των διακοπών τους, περιμένοντας να διαπιστώσουν πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και ποια θα είναι η ευρύτερη επίδραση στη διεθνή ταξιδιωτική αγορά. Η κατάσταση εκτιμάται πως θα λάβει ανησυχητικές διαστάσεις εφόσον παραταθεί και πέρα από το Πάσχα ο πόλεμος, με τη σεζόν να ξεκινά… ζημιογόνα με το καλημέρα σας.

Η επιφυλακτικότητα των ταξιδιωτών σε περιόδους γεωπολιτικής αστάθειας και το κακό κλίμα που δημιουργείται δεν είναι κάτι καινούργιο για το ελληνικό τουριστικό οικοσύστημα καθώς η αγορά έχει επιδείξει και στο παρελθόν αξιοθαύμαστη ανθεκτικότητα απέναντι σε διεθνείς κρίσεις, με τον τουρισμό πολλές φορές, σε ανάλογες συνθήκες, να κερδίζει το στοίχημα των κρατήσεων της τελευταίας στιγμής.

Αγκάθι το λειτουργικό κόστος

Δεν αποκλείεται πάντως το ενδεχόμενο η Ελλάδα να ωφεληθεί τελικά από τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή. Σε περιόδους αυξημένης έντασης συχνά παρατηρείται ανακατανομή των ταξιδιωτικών ροών, με τους ταξιδιώτες να επιλέγουν προορισμούς που θεωρούνται πιο σταθεροί και ασφαλείς.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ευκολία της πρόσβασης στη Βόρεια Ελλάδα (Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική, Πιερία, Καβάλα)  αποτελεί πέρα από κάθε αμφιβολία στρατηγικό πλεονέκτημα για την περιοχή, ειδικά σε τέτοιες συνθήκες.

Iσχυρό σημείο προβληματισμού για τους επαγγελματίες είναι η άνοδος του λειτουργικού κόστους, απόρροια του «εγκλωβισμού» της παγκόσμιας οικονομίας στα Στενά του Ορμούζ με τις αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος και τις πρώτες ύλες να κυριαρχούν. Σε ένα μεγάλο ποσοστό περίπου στο 40 με 45% οι προκρατήσεις έχουν «κλειδώσει», με ένα συγκεκριμένο πακέτο τιμής, προπολεμικών συνθηκών. Εφόσον  τα πακέτα αναθεωρηθούν προς τα πάνω, υπάρχει κίνδυνος απώλειας πελατών προς άλλες ανταγωνιστικές αγορές, με την αγορά να καλείται να ισορροπήσει σε τεντωμένο σχοινί…

*Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 22/3/2026

Loader
ESPA