Ήρθε στο ραντεβού ντυμένη όσο πιο απλά γινόταν. Τζιν παντελόνι, καφέ ζακέτα, κίτρινο πουκάμισο. Μια απλή μαύρη τσάντα και μαύρα loafers, το αγαπημένο, σχεδόν διακριτικό στιλ των Γαλλίδων. Καμία επιτήδευση, καμία σταρική θωράκιση. Μόνο μια ήρεμη παρουσία και μια ευγένεια που κάνει τον συνομιλητή να χαμηλώνει αμέσως τον τόνο της φωνής του.
Τη συναντώ στην πίσω, κλειστή αυλή του ξενοδοχείου όπου διαμένει στη Θεσσαλονίκη. Λίγες ώρες νωρίτερα έχω δει την ταινία της με τίτλο «In-I In Motion». Σχεδόν η ίδια εικόνα: χωρίς μακιγιάζ, με ρούχα πρόβας, απλές φούτερ ζακέτες, το σώμα σε εγρήγορση. Μόνο όταν εμφανίζεται στη σκηνή, στη θρυλική της περφόρμανς με τον Βρετανό χορευτή και χορογράφο Άκραμ Καν (Akram Khan), φορά τα επίσης λιτά κοστούμια της παράστασης.
Ένα γαϊτανάκι επιθυμιών και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ
Η προετοιμασία τους κράτησε επτά μήνες. Και το αποτέλεσμα, είκοσι χρόνια μετά, μοιάζει παράξενα επίκαιρο.
Η ιστορία είναι απλή και ταυτόχρονα εκρηκτική. Μια γυναίκα ερωτεύεται κεραυνοβόλα έναν άγνωστο άνδρα μέσα σε έναν κινηματογράφο. Βλέπει πρώτα μόνο το προφίλ και την πλάτη του. Είναι μαύρος. Τον ακολουθεί, σχεδόν εμμονικά, μέχρι το σπίτι του. Στο τέλος του φωνάζει: «Ήρθα μέχρι εδώ μόνο για εσένα».
Έτσι ξεκινά ένας έρωτας που κουβαλά από την πρώτη στιγμή όλες τις αντιθέσεις. Εκείνος τη φωνάζει Σάρα στον ύπνο του, θυμούμενος τον παιδικό του έρωτα. Εκείνη μιλά για το σκούρο δέρμα του. Εκείνος είναι μουσουλμάνος, εκείνη απροσδιόριστης θρησκείας. Ο πατέρας του, όταν ήταν παιδί, του έβαλε ένα μαχαίρι στον λαιμό μέσα στον ναό και του είπε: «Αν σέβεσαι τη μητέρα σου, τότε δεν αγαπάς τη Σάρα» - πραγματικό «τραύμα» του γνωστού χορευτή και χορογράφου.
Ένα γαϊτανάκι επιθυμιών, φόβου, προκαταλήψεων και έλξης αρχίζει να πλέκεται γύρω τους. Ένας έρωτας που δοκιμάζει τα όρια της διαφορετικότητας και της συμπερίληψης.
Με βάση αυτό τη ρωτώ για τη συνεργασία της με τον χορογράφο. Η αφορμή ήρθε απρόσμενα. Από τον Robert Redford.
«Όταν ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ με προέτρεψε να κάνω ταινία την παράσταση με τον Άκραμ Καν είπα “ναι, ναι, ναι”. Μετά αναρωτήθηκα πώς άραγε θα το έκανα και αμέσως ζήτησα από τη σκηνοθέτιδα αδελφή μου να κινηματογραφήσει τις τελευταίες επτά παραστάσεις μας. Ήξερα ότι στο τέλος θα το σκηνοθετούσα εγώ, αλλά δεν ήξερα πότε. Δούλευα πάρα πολύ και δεν σταμάτησα μέχρι που, δυόμισι χρόνια πριν, ήρθαν δύο άνθρωποι σε εμένα - χρηματοδότες - και με ρώτησαν αν έχω κάτι για να κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ».
Η πρόκληση έγινε μάθημα
Η συνεργασία με τον Khan δεν ήταν εύκολη. Ήταν όμως γόνιμη. «Ο Άκραμ κι εγώ είμαστε πολύ διαφορετικοί. Αυτή ήταν η πρόκληση. Προερχόμαστε από δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους: εκπαίδευση, θρησκείες, χρώμα δέρματος, φύλο, μορφές τέχνης. Δουλεύαμε από έξω προς τα μέσα για να βρούμε τον εσωτερικό μας κόσμο και τη φόρμα μας. Η ανταλλαγή ήταν πολύ πλούσια».
Και συνεχίζει: «Θέλαμε να μάθουμε ο ένας τον άλλον. Είπαμε: εγώ θα προσέχω εσένα και εσύ εμένα. Θα βρούμε τους δεσμούς και την επικοινωνία μας. Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική. Μάθαμε να έχουμε υπομονή. Έπρεπε να ξεκινήσουμε από την αρχή και να εκθέσουμε τον εαυτό μας σε έξι μήνες μπροστά σε όλο τον κόσμο, σε 120 σταθμούς. Ήταν απολύτως τρέλα. Αλλά την ίδια στιγμή, αν δεν πιεστείς δεν μπορείς να μετασχηματιστείς».
Για εκείνη η πρόκληση έγινε μάθημα. «Μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι μπορούσα να αναπνεύσω, μέχρι να καταλάβω ότι είμαι θολωμένη, θυμάμαι αυτές τις στιγμές. Μέχρι να δω την τεράστια ευκαιρία που έδινα στον εαυτό μου. Νομίζω όμως ότι το κλειδί για μένα ήταν η πίστη. Όπως και για τον Άκραμ, τη Σούμαν που ήταν η σκηνοθέτης των προβών και της Σούζαν που συντόνιζε. Είχαν διαφορετικά είδη πίστης γιατί προέρχονταν από διαφορετικές ιστορίες».
Ο Khan γνώριζε τα όριά της. «Ήξερε ότι δεν ήμουν χορεύτρια. Το θέμα για εκείνον δεν ήταν να χορέψω αλλά να βρω μια φόρμα να πω την ιστορία. Η Σούμαν ήταν πολύ πιεστική – «μπορείς να το κάνεις, αλλά πρέπει να βάλεις τον εαυτό σου σε αυτή τη διαδικασία». Ήταν η πιο πιεστική αλλά και η πιο χαρούμενη, μια πραγματικά όμορφη ψυχή. Η Σούζαν ήταν πιο απαιτητική. Μου είπε: «μπορείς να βάλεις το παίξιμό σου στον χορό. Ήταν υπέροχο που το άκουσα, γιατί κάποιες στιγμές ήθελα να τα παρατήσω».
Κανένα ίχνος βεντετισμού
Στο μεταξύ βήχει, πίνει νερό, ζητά συγγνώμη. Μιλά ήρεμα, σχεδόν απολογητικά. Κανένα ίχνος βεντετισμού. Μια διανοούμενη που όμως δεν κρύβεται πίσω από τον λόγο. Τη ρωτώ για τον κόσμο γύρω μας, για τον νέο πόλεμο που διαγράφεται στον ορίζοντα μετά το αμερικανοϊσραηλινό χτύπημα στο Ιράν. Διστάζει. «Δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να πω την άποψή μου. Είναι πολύ εύκολο να κάθεσαι αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα και να δίνεις γνώμες. Αυτό που περνούν οι άνθρωποι στο Ιράν είναι φρικτό. Είναι στην κόλαση εδώ και πολύ καιρό , ειδικά οι γυναίκες, αλλά όχι μόνο αυτές. Και οι άνδρες».
Η φωνή της χαμηλώνει. «Η καρδιά μου είναι μαζί τους. Ελπίζω να βρουν την παλιά τους δύναμη. Έχουν μια καταπληκτική ιστορία και παραδόσεις, όπως τα φαρσί, όχι μόνο ως γλώσσα αλλά και ως πολιτισμό. Είναι μια χώρα πολιτισμού, πολλών όμορφων παραδόσεων».
Βουρκώνει. Στο τέλος της συνέντευξης, οι άνθρωποι του φεστιβάλ με ρωτούν σχεδόν πειραχτικά: «Τι της έκανες και ήταν έτσι;».
Σκέφτομαι κάτι που της είχε πει κάποτε ο Άκραμ Καν στις πρόβες: «Είσαι έντονη». Τώρα καταλαβαίνω τι εννοούσε. Η Ζιλιέτ Μπινός είναι μάλλον ένας άνθρωπος έντονος με τον πιο σπάνιο τρόπο: συναισθηματική, ευαίσθητη, βαθιά ανθρώπινη.
Τη βλέπω να μιλά και να εκπέμπει ένα παράξενο, ήσυχο φως. Από τότε που κινηματογραφήθηκε η παράσταση, πριν από είκοσι χρόνια, το πρόσωπό της μοιάζει σχεδόν ανέγγιχτο από τον χρόνο. Το σώμα της παραμένει κομψό, όπως τότε.
Δεν μπορώ να μην τη ρωτήσω. «Πώς συμβαίνει αυτό;». Χαμογελά σχεδόν αμήχανα. «Δεν νομίζω ότι είναι αλήθεια», απαντά. «Δεν σας πιστεύω»…
Δημοσιεύτηκε στη Μακεδονία της Κυριακής 15 Μαρτίου