Ο μεγάλος αριθμός των κρατικών περιπτέρων (με την ευρεία έννοια του όρου) σε σύγκριση με αυτά των ιδιωτικών εταιρειών και τα εκατοντάδες γαλάζια κουστούμια, ταγιέρ και ψηλοτάκουνο παπούτσια- που κατέκλυσαν το διήμερο του πρωθυπουργού τους χώρους της ΔΕΘ και όλο το κέντρο και την εστίαση της Θεσσαλονίκης, και η περιορισμένη κίνηση στα περίπτερα και το κέντρο της πόλης τις καθημερινές που ακολούθησαν, θέτει επί τάπητος την ανάγκη ανασχεδιασμού των εκθεσιακών δραστηριοτήτων της ΔΕΘ, ώστε αυτή να αποτελέσει πόλο έλξης επιχειρηματιών και ευκαιρία για κλείσιμο εμπορικών και κάθε είδους οικονομικών συμφωνιών.
Καλή δηλαδή η ανάπλαση των χώρων της ΔΕΘ και τα έργα που θα αναμορφώσουν το κέντρο της Θεσσαλονίκης, αλλά πρέπει να υπάρξει κι ένα σχέδιο για την αύξηση της επισκεψιμότητας και την απόδοση της εκθεσιακής δραστηριότητας. Αλλιώς, η ΔΕΘ- -η κεντρική της διοργάνωση κάθε Σεπτέμβριο- θα περιοριστεί σε μια πασαρέλα κυβέρνησης και πολιτικών αρχηγών, που θα ανακοινώνουν οικονομικά μέτρα και πολιτικές και θα αναπτύσσουν την πολιτική επιχειρηματολογία των κομμάτων τους.
Αυτό είναι το πρώτο καμπανάκι που θα πρέπει να μας ενεργοποιήσει ως Θεσσαλονίκη (πολιτική ηγεσία, φορείς και απλούς πολίτες). Ο θεσμός της ΔΕΘ θα πρέπει να προσαρμοστεί στην εποχή και στις ανάγκες της, ώστε να μπορέσει να αποτελέσει έναν μηχανισμό με αναπτυξιακή διάσταση για την περιοχή, που παράγει οικονομικά αποτελέσματα.
Το δεύτερο καμπανάκι, αφορά στην διαπίστωσή μου ότι ειδικά φέτος, οι παρεμβάσεις των πολιτικών αρχηγών προετοιμάστηκαν με γνώμονα τις δημοσκοπήσεις που προηγήθηκαν και με στόχευση αυτές που θα ακολουθήσουν. Όχι δηλαδή για το τι πρέπει να γίνει, ποιο είναι το δίκιο, ποιες αδικίες θα πρέπει να εξισορροπηθούν, αλλά το ποιοι κλάδοι και κοινωνικές ομάδες μας…βρίζουν και ποιοι είναι επιρρεπείς να αλλάξουν πολιτική συμπεριφορά, εφόσον πάρουν ένα αντίδωρο.
Αυτός ο κυνισμός, ομολογώ ότι με ενόχλησε. Όσο κι αν πιστεύω ότι ανέκαθεν οι πολιτικοί μετρούν το λεγόμενο πολιτικό κόστος, φέτος ξεπέρασαν τα όρια και δείχνουν πως τους τους νοιάζει σε υπέρμετρο βαθμό το πώς θα τσιμπήσουν έναν πόντο στις δημοσκοπήσεις που θα ακολουθήσουν και πως αντιμετωπίζουν τους πολίτες ως… πελάτες που προσπαθούν να τους προσελκύσουν με προσφορές, τεχνάσματα και ωραίες βιτρίνες.
* Θα τρελαθούμε στο τέλος με τα μέτρα και την μετρολογία. Όλοι δίνουν λεφτά ή για να ακριβολογώ, τάζουν πως θα δώσουν ή θα έδιναν αν κερδίσουν τις εκλογές. Και άντε αυτό να το αποδεχτούμε, αλλά η κουβέντα για το πού θα τα βρει τα απαιτούμενα κονδύλια ο ένας και πού θα τα βρει ο άλλος, με ξεπερνάει. Όπως και με έχει ξεπεράσει εντελώς το να προτείνει ένα μέτρο ένας της αντιπολίτευσης και να πέφτουν οι της κυβέρνησης να τον φάνε ότι είναι λαϊκιστής ρωτώντας τον πού θα τα βρει, ενώ όταν τα υπόσχεται η κυβέρνηση ακόμη και για ένα και δύο χρόνια μετά, είναι νορμάλ…
Αν υπήρχε περίπτωση να γίνουμε σοβαρό κράτος, θα έπρεπε η συζήτηση των πολιτικών αρχηγών- έστω μέσω των παράλληλων μονολόγων τους, να οργανώνονταν σε τρία επίπεδα:
* Πρώτο, να θεωρήσουμε δεδομένο ότι χάριν της οικονομικής πολιτικής και της διαχείρισης της σημερινής κυβέρνησης, προκύπτει ένας δημοσιονομικός χώρος τόσων εκατομμυρίων ευρώ, ενώ τόσα ακόμη θα προστεθούν τον επόμενο χρόνο εφόσον συνεχιστεί η εφαρμογή της πολιτικής με την παρόμοια ζέση. Αυτά τα ποσά, πού προτείνει κάθε κόμμα να διοχετευτούν; Όχι δηλαδή ένα ναι σε όλα τα αιτήματα, ούτε μια πλειοδοσία υποσχέσεων και παροχών, αλλά συγκεκριμένες προτάσεις (να μην δοθεί το 400άρι σε όλους τους συνταξιούχους, αλλά στους μισούς- με εισοδηματικά κριτήρια- και το υπόλοιπο ποσό να πάει κάπου στοχευμένα και συγκεκριμένα). Ή αντί το 500άρι από το Δεκέμβριο του 27 να δοθεί στους δημόσιους υπαλλήλους, να πάει στους χαμηλόμισθους ιδιωτικούς υπαλλήλους που περνούν πολύ πιο δύσκολα. Ή πάει για έργα, ή για δάνεια στήριξης επιχειρηματικών σχεδίων, ή για κοινωνική πολιτική κλπ. (Δόξα τω Θεώ, παντού υπάρχουν ανάγκες)
Συγκεκριμένα λοιπόν και καθαρά να προτείνει λοιπόν έκαστος που ζητεί την ψήφο μας, πού θα κατευθύνει αυτά τα χρήματα που περισσεύουν από το υστέρημά μας.
* Δεύτερο επίπεδο διαλόγου, το αν και τι θα έκανε κάθε αρχηγός αν γινόταν πρωθυπουργός, για να αυξήσει τον προς διανομή πλούτο που περισσεύει. Κουράστηκα να ακούω για αναδιανομή και τις αφηρημένες κουβέντες για φορολόγηση του μεγάλου πλούτου και φοροαπαλλαγές των μικρών και των μεσαίων. Όπως και κουράστηκα να ακούω πως αυτό δεν έγινε δυνατόν, καθώς το μεγάλο κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και βρίσκει τρόπους να εκπατριστεί και να αποφύγει ελέγχους και χαράτσια. Πέραν λοιπόν της λελογισμένης αναδιανομής (να μην πάνε εδώ και να πάνε εκεί τα προς διάθεση πλεονάσματα), το ζητούμενο είναι να προωθηθούν αλλαγές στον τρόπο που παράγει προϊόντα και υπηρεσίες η χώρα, ώστε να αυξηθεί ο παραγόμενος πλούτος. Είναι το αποκαλούμενο ως αλλαγή παραγωγικού μοντέλου, προσέλκυση επενδύσεων και στήριξη των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών που δημιουργούν θέσεις εργασίας, δημόσια έσοδα και εγχώρια προϊόντα και υπηρεσίες. Γι αυτό το θέμα, ελάχιστα ακούμε δυστυχώς, καθώς η συζήτηση περιορίζεται στο πώς θα μοιραστούν λεφτά ακόμη κι αν δεν υπάρχουν…
* Τρίτο επίπεδο, είναι οι βελτιώσεις στην λειτουργία του κράτους, των θεσμών και των υπηρεσιών, ώστε να εξοικονομούνται πόροι και κατά συνέπεια να περισσεύουν περισσότερα για διανομή ή επανεπένδυση. Η πάταξη της γραφειοκρατίας, η δραστική μείωση της διαφθοράς και της κατασπατάλησης δημόσιων πόρων, η αύξηση της παραγωγικότητας, ο καλύτερος έλεγχος φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής και γενικά η λήψη των μέτρων που περιορίζουν έξοδα και βελτιώνουν το αποτέλεσμα. Ούτε αυτά- δυστυχώς- απασχολούν τον δημόσιο διάλογο, εκτός μόνον από το τμήμα εκείνο του εσύ φταις για την διαφθορά και εγώ θα είναι έντιμος…
* Μακάρι κάποτε στη χώρα, η αντιπαράθεση των πολιτικών κομμάτων, να γίνει to the point.
1. Τι μας περισσεύει σήμερα στο ταμείο και πώς θα πρέπει να το μοιράσουμε. Γιατί να πάρει αυτός κι όχι ο άλλος.
2. Τι μέτρα προτείνουμε για να αυξηθούν τα έσοδα και να μειωθούν τα έξοδα του κράτους, ώστε να φουσκώσει το προς διάθεση πουγκί. Μείωση ΦΠΑ και φόρων, αύξηση δασμών σε τομείς, βελτίωση μηχανισμών είσπραξης, πάταξη διαφθοράς και γραφειοκρατίας.
3. Τι προτάσεις υπάρχουν για αύξηση επενδύσεων, και δημιουργία πρόσθετου πλούτου στη χώρα.
Απλά πράγματα δηλαδή, αλλά τόσο δύσκολα -σχεδόν αδύνατα- για την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 12-13.09.2026