Για ένα σύγχρονο και βιώσιμο δημόσιο πανεπιστήμιο. Του Κώστα Χρυσάφη

Οι επικριτές της ΕΒΕ όσο και η πρόταση για αδιάκριτη κάλυψη όλων των θέσεων είναι λανθασμένες και λαϊκιστικές

*Του Κώστα Χρυσάφη, Ομότιμου Καθηγητή του τμήματος Φυσικής ΑΠΘ

Τις επόμενες ημέρες αναμένονται τα αποτελέσματα εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Παράλληλα, αναμένεται σειρά δημοσιευμάτων για τις χιλιάδες θέσεις που θα μείνουν κενές λόγω της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ). Ταυτόχρονα η ΕΛ.Α.Σ. στο πρόγραμμά της για την παιδεία ανακοίνωσε ότι προτείνει την κάλυψη όλων των θέσεων, ανεξαρτήτως βαθμολογίας, στα τμήματα ελεύθερης πρόσβασης — δηλαδή, στην πράξη, στην πλειονότητα των τμημάτων. Σε παλαιότερο άρθρο μου είχα υποστηρίξει ότι τόσο οι επικριτές της ΕΒΕ όσο και η πρόταση για αδιάκριτη κάλυψη όλων των θέσεων είναι λανθασμένες και λαϊκιστικές. Και οι δύο προσεγγίσεις παραβλέπουν ότι ο αριθμός των εισακτέων σε κάθε τμήμα καθορίζεται αυθαίρετα από το Υπουργείο που σε αρκετές περιπτώσεις είναι ακόμη και διπλάσιος από εκείνον που τα τμήματα προτείνουν ότι μπορούν να υποδεχθούν ως νέους πρωτοετείς.

Πριν από λίγες δεκαετίες, όταν αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των αποφοίτων λυκείου που εισάγονταν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αυξήθηκε αντίστοιχα και το διδακτικό προσωπικό των ΑΕΙ, ενώ ιδρύθηκαν νέα τμήματα. Τότε ξεκίνησε στον προοδευτικό χώρο ένας διάλογος για τους όρους υπό τους οποίους πραγματοποιήθηκε αυτή η διεύρυνση. Το βασικό ερώτημα ήταν αν η χώρα χρειαζόταν τόσο μεγάλο αριθμό πτυχιούχων και με ποια αναπτυξιακή στρατηγική συνδεόταν η επιλογή αυτή. Δυστυχώς, οι πολιτικές ηγεσίες αντιμετώπισαν το ζήτημα κυρίως με όρους πολιτικού κόστους και λαϊκισμού. Η προσέγγιση αυτή κορυφώθηκε με τον νόμο Γαβρόγλου, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, και την ενοποίηση των δύο πόλων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, των ΑΕΙ και των ΤΕΙ, σε ένα ενιαίο πανεπιστημιακό σύστημα. Η μεταρρύθμιση αυτή οδήγησε στην ουσιαστική κατάργηση της τεχνολογικής εκπαίδευσης και στον πολλαπλασιασμό ομοειδών τμημάτων σε πολυτεχνικές σχολές, στη γεωπονία και σε άλλα πεδία. Παράλληλα, η διαρκής αύξηση των εισακτέων ενίσχυσε ένα ήδη υπαρκτό πρόβλημα: τον μεγάλο αριθμό φοιτητών που δεν ολοκληρώνουν τις σπουδές τους σε εύλογο χρονικό διάστημα. Οι συνέπειες του νόμου Γαβρόγλου αναμένεται να γίνουν εντονότερες τα επόμενα χρόνια, με αύξηση της ανεργίας ή της υποαπασχόλησης σε κλάδους όπως εκείνος των μηχανικών, λόγω της υπερπροσφοράς αποφοίτων.

Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί ένα ακόμη παράδοξο. Ένα σημαντικό μέρος των αποφοίτων των ΑΕΙ μεταναστεύει, ενώ, την ίδια στιγμή, οι φορείς της αγοράς εργασίας επισημαίνουν όλο και συχνότερα ότι πολλοί απόφοιτοι δεν διαθέτουν τις δεξιότητες που απαιτούνται. Σε ορισμένα επαγγέλματα, μάλιστα, καταγράφεται έλλειψη κατάλληλα καταρτισμένων αποφοίτων.

Οι διαπιστώσεις αυτές οδηγούν σε ένα βασικό ερώτημα: μπορεί η πολιτεία, ακόμη και αν διαθέτει στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης, να καθορίσει πόσοι φοιτητές πρέπει να σπουδάζουν σε κάθε γνωστικό αντικείμενο; Ή πρέπει να αποδεχθεί ότι οι σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν συνδέονται πάντοτε άμεσα με ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, αλλά υπηρετούν και την ευρύτερη πνευματική και κοινωνική καλλιέργεια του πληθυσμού;

Καμία από τις δύο ακραίες προσεγγίσεις δεν είναι από μόνη της επαρκής ή εφαρμόσιμη. Σήμερα, όταν η υψηλή ζήτηση για σπουδές σε κλάδους όπως η Ιατρική, η Φαρμακευτική, η Ψυχολογία και η Νομική δεν καλύπτεται από τη δημόσια εκπαίδευση, οι ενδιαφερόμενοι στρέφονται σε πανεπιστήμια του εξωτερικού και, πλέον, σε ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα. Η ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει εξελιχθεί σε ιδιαίτερα κερδοφόρο τομέα και θα συνεχίσει να αναπτύσσεται όσο περιορίζονται οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση. Επομένως, η απλή μείωση των εισακτέων, ιδιαίτερα σε τμήματα χαμηλής ζήτησης, δεν συνιστά ολοκληρωμένη πολιτική. Από την άλλη πλευρά, καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να ενθαρρύνει αδιακρίτως όλους τους νέους να σπουδάσουν, αποσιωπώντας ότι πολλοί ενδέχεται να μη βρουν εργασία στο αντικείμενο των σπουδών τους.

Σε ένα πλαίσιο ανοικτών επιλογών, η κυβέρνηση και οι αρμόδιοι θεσμικοί φορείς μπορούν και πρέπει να εξετάζουν τη δημιουργία νέων τμημάτων σε πεδία υψηλής ζήτησης. Πρόσφατα επανήλθε το ζήτημα της ίδρυσης νέου Τμήματος Νομικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών, μια πρωτοβουλία που πριν από λίγα χρόνια είχε συναντήσει την αντίδραση του δικηγορικού κλάδου και της τότε ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας. Είναι, όμως, εύλογο να διατηρείται η άρνηση ίδρυσης νέων δημόσιων τμημάτων, όταν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια μπορούν να δημιουργούν αντίστοιχα τμήματα με πολύ λιγότερους περιορισμούς;

Το δίλημμα αυτό μας οδηγεί στο θεμελιώδες ερώτημα: ποιο είναι το μέλλον της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα; Η σημερινή κυβερνητική πολιτική επικεντρώνεται σε αυτό που ονομάζει “διεθνοποίηση” της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η οποία στην πράξη συνδέεται κυρίως με την ίδρυση ολοένα και περισσότερων ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών. Υπάρχει, όμως, ο κίνδυνος τα πανεπιστήμια να μετατραπούν από χώρους εκπαίδευσης και έρευνας σε ιδρύματα που δίνουν σχεδόν αποκλειστική έμφαση στη διδασκαλία. Τα νέα ξενόγλωσσα προγράμματα στηρίζονται κατά κανόνα στο υπάρχον προσωπικό, το οποίο αναλαμβάνει πρόσθετο διδακτικό έργο με περιορισμένη οικονομική ενίσχυση και χωρίς αντίστοιχη επιβάρυνση του κράτους. Παράλληλα, για να προσελκύσουν φοιτητές, υιοθετούν συχνά πολιτική χαμηλών διδάκτρων. Μια απλή οικονομική ανάλυση δείχνει ότι μέρος του κόστους φοίτησης καλύπτεται έμμεσα από το ελληνικό Δημόσιο, το οποίο χρηματοδοτεί τους μισθούς του προσωπικού και τις αναγκαίες υποδομές. Είναι, συνεπώς, αντιφατικό το ίδιο πανεπιστημιακό τμήμα να διαμαρτύρεται για τον υπερβολικό αριθμό εισακτέων στα ελληνόφωνα προγράμματα και, ταυτόχρονα, να θεωρεί ότι μπορεί να εκπαιδεύσει σημαντικό αριθμό φοιτητών σε ξενόγλωσσο πρόγραμμα.

Απέναντι σε αυτή την πολύπλοκη πραγματικότητα, χρειάζεται να διατυπωθεί ένα όσο το δυνατόν σαφέστερο σχέδιο για το μέλλον της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα.

Η βασική κατεύθυνση πρέπει να είναι η εξής: οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης να μπορούν να ανταποκρίνονται καλύτερα στις σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις, στις κοινωνικές ανάγκες, στις μεταβολές της αγοράς εργασίας, στην ανάγκη ανάπτυξης νέων δεξιοτήτων και στην εμφάνιση νέων επαγγελμάτων.

Η γενική αυτή κατεύθυνση πρέπει να υποστηριχθεί από τις ακόλουθες πολιτικές:

Α) Ίδρυση τεχνολογικού τομέα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με σαφή οριοθέτηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων και συγκεκριμένο πλαίσιο δεξιοτήτων.

Β) Άμεση αναμόρφωση του ακαδημαϊκού χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ώστε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, όπως η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων και η μείωση του μαθητικού πληθυσμού.

Γ) Άμεση και ουσιαστική αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών, ίδρυση νέων προγραμμάτων σε αναδυόμενα πεδία και επανεξέταση ή κατάργηση υφιστάμενων προγραμμάτων που δεν ανταποκρίνονται πλέον στις επιστημονικές, κοινωνικές και επαγγελματικές ανάγκες.

Αποστολή του δημόσιου πανεπιστημίου είναι να συμβάλλει στην επιστημονική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας και όχι να λειτουργεί με αποκλειστικό κριτήριο το κέρδος, όπως συμβαίνει στην ιδιωτική εκπαίδευση.

Για να παραμείνει ανταγωνιστικό, το δημόσιο πανεπιστήμιο πρέπει να επενδύει σταθερά στην ποιότητα της διδασκαλίας και της έρευνας. Η πολιτεία οφείλει να το ενισχύει ουσιαστικά προς αυτή την κατεύθυνση.

ESPA