Γιατί η Θεσσαλονίκη ψηφίζει αλλιώς; Της Γεωργίας Παναγιωτίδου

Κάποιες διατυπώσεις, όσο και αν πατούν σε υπαρκτές εκλογικές τάσεις, εξηγούν λιγότερα απ' όσα κρύβουν

panagiotidou.jpg

Γράφει η Γεωργία Παναγιωτίδου
Δρ Πολιτικής Επιστήμης ΑΠΘ, πολιτική αναλύτρια


Η Θεσσαλονίκη συχνά περιγράφεται με εύκολες ετικέτες: «Δεξιά πόλη», «ακροδεξιά πόλη», «πόλη της Εκκλησίας». Όμως αυτές οι διατυπώσεις, όσο και αν πατούν σε υπαρκτές εκλογικές τάσεις, εξηγούν λιγότερα απ’ όσα κρύβουν.

Η Κεντρική Μακεδονία εμφανίζει διαχρονικά ισχυρή σύνδεση με τη Νέα Δημοκρατία και την ευρύτερη δεξιά παράταξη. Σε πολλές περιοχές της, η ΝΔ λειτουργεί ως κόμμα τάξης, κράτους, τοπικών δικτύων, αγροτικών και μικρομεσαίων συμφερόντων. Στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όμως, αυτή η δυναμική δεν εκφράζεται με την ίδια ένταση. Τα κόμματα εξουσίας καταγράφουν χαμηλότερες επιδόσεις, ενώ ενισχύονται μικρότεροι σχηματισμοί διαμαρτυρίας, είτε στα δεξιά είτε στα αριστερά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Θεσσαλονίκη ήταν ανέκαθεν ακροδεξιά. Στις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης, αλλά και στις αναμετρήσεις του 1981 και του 1985, η πόλη δεν εμφανίζεται ως χώρος ακραίων δεξιών επιλογών. Αντίθετα, συνδέεται με μικρότερα κόμματα, με εργατική χροιά και με τον δημοκρατικό-προοδευτικό χώρο. Η βιομηχανική, λαϊκή και προσφυγική σύνθεσή της είχε τότε διαφορετικές πολιτικές εκφράσεις.

Αυτή η διάσταση δεν έχει εξαφανιστεί. Το ΚΚΕ διατηρεί στη Θεσσαλονίκη από τις πιο δυνατές του επιδόσεις, ιδίως σε Δήμους και συνοικίες με εργατική και λαϊκή φυσιογνωμία. Στις τελευταίες ευρωεκλογές το ΚΚΕ ενισχύθηκε σε περιοχές όπως ο Δήμος Θεσσαλονίκης, ο Δήμος Παύλου Μελά και η Νεάπολη-Συκιές, υπενθυμίζοντας ότι η ψήφος στην πόλη δεν κινείται μόνο προς τα δεξιά.

Για να κατανοήσει κανείς αυτή την ιδιαιτερότητα, πρέπει να λάβει υπόψη την ιστορική διαδρομή της πόλης. Ως μητρόπολη της Βόρειας Ελλάδας, η Θεσσαλονίκη έγινε το αστικό κέντρο όπου συναντήθηκαν και συμπυκνώθηκαν πληθυσμοί, μνήμες και ταυτότητες της ευρύτερης Μακεδονίας. Η Θεσσαλονίκη είναι πόλη προσφυγική, βαλκανική, πολυεθνοτική στο παρελθόν, εβραϊκή πριν από τον αφανισμό της εβραϊκής κοινότητας, μακεδονική ως συμβολική πρωτεύουσα της Βόρειας Ελλάδας και συνοριακή ως προς τη γεωπολιτική της αντίληψη. Η ταυτότητά της συγκροτείται μέσα από εμπειρίες συνόρων, πολέμων, μετακινήσεων πληθυσμών, προσφυγιάς και εθνικών ανταγωνισμών.

Αυτή η ιστορική συνθήκη την κάνει πιο ευαίσθητη σε ζητήματα εθνικής ταυτότητας. Γι’ αυτό το Μακεδονικό δεν υπήρξε για τη Θεσσαλονίκη απλώς ένα διπλωματικό ζήτημα. Λειτούργησε ως μηχανισμός πολιτικής ταύτισης. Η πόλη έγινε σκηνή μεγάλων συλλαλητηρίων, σύμβολο υπεράσπισης της «ελληνικότητας της Μακεδονίας» και χώρος όπου εθνική ιστορία, εκκλησιαστικός λόγος και πολιτική διαμαρτυρία συνέκλιναν.

Η τομή έρχεται το 1993, με την Πολιτική Άνοιξη του Αντώνη Σαμαρά. Από εκείνη τη στιγμή, κόμματα με εθνική, πατριωτική ή θρησκευτική φυσιογνωμία βρίσκουν ευνοϊκότερο ακροατήριο. Μετά το 2000, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ο εκσυγχρονισμός και ο κοσμοπολιτισμός προκαλούν σε τμήματα της κοινωνίας μία αντίρροπη κίνηση: Επιστροφή στην εθνική κυριαρχία, στην παράδοση, στην ορθοδοξία, στην καχυποψία απέναντι στα υπερεθνικά και αθηνοκεντρικά κέντρα αποφάσεων.

Έτσι εξηγείται η αντοχή του ΛΑΟΣ, αργότερα της Ελληνικής Λύσης και της Νίκης. Η εικόνα των τελευταίων ευρωεκλογών είναι χαρακτηριστική. Στην Α’ Θεσσαλονίκης η ΝΔ ήταν πρώτη, αλλά με χαμηλό ποσοστό, ενώ η Ελληνική Λύση βρέθηκε πολύ κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ και μπροστά από το ΠΑΣΟΚ. Στον Δήμο Παύλου Μελά η Ελληνική Λύση πέρασε πρώτη, ενώ στον Δήμο Κορδελιού-Ευόσμου σχεδόν ισοφάρισε τη ΝΔ. Στη Β’ Θεσσαλονίκης η ΝΔ κινείται πιο κοντά στο κλασικό μοτίβο της Κεντρικής Μακεδονίας, αλλά και εκεί κόμματα δεξιά της καταγράφουν σημαντικές επιδόσεις.

Ωστόσο, η Θεσσαλονίκη δεν στηρίζει μόνο κόμματα δεξιά της ΝΔ. Στηρίζει και τοπικά ή αντισυστημικά σχήματα, από την Ένωση Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη έως την Πλεύση Ελευθερίας. Άρα η ψήφος της δεν είναι μονοσήμαντα ιδεολογική. Είναι ψήφος ταυτότητας, διαμαρτυρίας, τοπικής υπερηφάνειας και αντίδρασης στο αθηνοκεντρικό σύστημα εξουσίας.

Εδώ βρίσκεται και η βασική διαφορά με την Κεντρική Μακεδονία. Η Θεσσαλονίκη συγκεντρώνει δύο αντιφατικές δυναμικές. Από τη μία, μοιράζεται με την περιφέρεια τη μακεδονική, εθνική και συντηρητική πολιτική κουλτούρα. Από την άλλη, ως μεγάλο αστικό κέντρο, βιώνει πιο έντονα την αποβιομηχάνιση, την κοινωνική επισφάλεια, την κρίση εκπροσώπησης, την απαξίωση των υποδομών και την απογοήτευση από τα κόμματα εξουσίας.

Γι’ αυτό η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς «δεξιά πόλη». Είναι μία μητρόπολη συσσωρευμένης δυσαρέσκειας, όπου η κοινωνική ανασφάλεια συναντά την εθνική ταυτότητα, την εργατική μνήμη και την τοπική αυτοσυνειδησία. Εκεί γεννιέται η ιδιαίτερη της εκλογική ταυτότητα: Χαμηλότερη κομματική πειθαρχία, μεγαλύτερη δυσπιστία απέναντι στα κόμματα εξουσίας και αυξημένη δεκτικότητα σε αντισυστημικές, πατριωτικές ή ριζοσπαστικές επιλογές.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 31.05.2026

ESPA