Η νέα γενιά απέναντι σε μία υπόσχεση που δεν τηρείται. Του Χρήστου Φραγκονικολόπουλου*

*Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων & ΜΜΕ, Κοσμήτορα της Σχολής Κοινωνικών και Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ

Υπάρχει κάτι βαθιά πολιτικό στην αδυναμία ενός νέου ανθρώπου να νοικιάσει σπίτι, ενώ εργάζεται. Δεν πρόκειται μόνο για έναν μισθό που δεν επαρκεί ή για ένα ακόμα ακριβό ενοίκιο. Πρόκειται για τη διάψευση μίας βασικής υπόσχεσης: Ότι η εκπαίδευση και η προσπάθεια μπορούν να εξασφαλίσουν αυτονομία, αξιοπρέπεια και μία στοιχειώδη βεβαιότητα για το αύριο. Μέσα από αυτό το πρίσμα αξίζει να διαβάσουμε τις κινητοποιήσεις νέων σε διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες. Χωρίς να παραβλέπουμε τις ιδιαίτερες αιτίες κάθε διαμαρτυρίας, μπορούμε να διακρίνουμε ένα κοινό ερώτημα: Τι προσφέρει σήμερα η κοινωνία σε όσους καλούνται να σπουδάσουν, να εργαστούν και να σχεδιάσουν το μέλλον τους; Η απάντηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε παραινέσεις για περισσότερη προσπάθεια και προσαρμοστικότητα. Η ατομική επιμονή έχει όρια όταν οι υλικές προϋποθέσεις μίας ανεξάρτητης ζωής παραμένουν απρόσιτες.

Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η κοινωνική δυσαρέσκεια συναντά την κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης. Όταν οι θεσμοί αναγνωρίζουν ένα πρόβλημα, αλλά οι πολίτες δεν βλέπουν ουσιαστική αλλαγή στην καθημερινότητά τους, η δυσπιστία διευρύνεται. Η απαίτηση να ακουστούν οι νέοι αποκτά τότε συγκεκριμένο περιεχόμενο: Να επηρεάζουν τις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους. Θα ήταν λάθος να ερμηνεύουμε κάθε αμφισβήτηση ως απόρριψη της δημοκρατίας. Συχνά εκφράζει την προσδοκία να λειτουργήσει η δημοκρατία ουσιαστικότερα. Τα κοινωνικά δίκτυα δίνουν σε αυτή την προσδοκία μία ορατή ευρωπαϊκή διάσταση. Ένα βίντεο που συνδέει εικόνες διαδηλώσεων από διαφορετικές πόλεις μπορεί να κάνει έναν νέο να αναγνωρίσει τη δική του αγωνία στην εμπειρία κάποιου που ζει σε άλλη χώρα. Η ακρίβεια και η στεγαστική ανασφάλεια γίνονται αντιληπτές ως κοινά προβλήματα. Αυτή η αναγνώριση έχει πολιτική αξία, γιατί δημιουργεί τις προϋποθέσεις αλληλεγγύης πέρα από τα εθνικά σύνορα. Ας μην αναθέτουμε, όμως, στην ψηφιακή επικοινωνία περισσότερα από όσα μπορεί να πετύχει. Η συνύπαρξη εικόνων σε μία οθόνη δεν συγκροτεί από μόνη της κοινό κίνημα. Παρόμοια συνθήματα μπορεί να εκφράζουν διαφορετικές προτεραιότητες, ενώ η συμφωνία ως προς το πρόβλημα δεν εξασφαλίζει συμφωνία ως προς τη λύση. Η μετάβαση από την κοινή αγανάκτηση στη συλλογική πολιτική δράση απαιτεί χρόνο, εμπιστοσύνη και οργάνωση.

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη πρόκληση για τη νέα γενιά. Η δύναμη μίας κινητοποίησης κρίνεται και από όσα αφήνει πίσω της: Σταθερές σχέσεις συνεργασίας, επεξεργασμένες προτάσεις, δυνατότητα παρέμβασης στις αποφάσεις. Πανεπιστήμια, συνδικάτα και συλλογικότητες μπορούν να προσφέρουν χώρους όπου οι διαφορετικές εμπειρίες συναντιούνται και τα αιτήματα αποκτούν συνέχεια. Χρειάζεται, ωστόσο, να δίνουν στους νέους πραγματικό λόγο στη διαμόρφωση των προτεραιοτήτων και των μορφών δράσης. Εξίσου κρίσιμο είναι ποια ερμηνεία της ανασφάλειας θα επικρατήσει. Η ίδια δυσκολία πρόσβασης στην κατοικία μπορεί να οδηγήσει σε διεκδικήσεις για περιορισμό των ανισοτήτων και αποτελεσματικότερες δημόσιες πολιτικές, αλλά και σε ανταγωνισμό μεταξύ κοινωνικών ομάδων. Η κοινή πίεση δεν παράγει αυτόματα αλληλεγγύη. Για να συμβεί αυτό, χρειάζονται πολιτικές προτάσεις που εξηγούν τις αιτίες των προβλημάτων και δείχνουν πώς μπορούν να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής χωρίς να μετατρέπεται ο διπλανός σε αντίπαλο.

Την ίδια στιγμή, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι διαμαρτυρίες επηρεάζει καθοριστικά τη δημόσια συζήτηση. Όταν οι εικόνες συγκρούσεων κυριαρχούν, τα αιτήματα για μισθούς, εκπαίδευση και κατοικία κινδυνεύουν να περάσουν στο περιθώριο. Η συζήτηση για τη βία και τη δημόσια τάξη είναι αναγκαία, αλλά δεν μπορεί να υποκαθιστά την απάντηση στα κοινωνικά προβλήματα που έφεραν τους ανθρώπους στους δρόμους. Η πολιτική ευθύνη περιλαμβάνει και την αντιμετώπιση αυτών των αιτίων. Μπορεί, λοιπόν, η νέα γενιά να αλλάξει το πολιτικό παράδειγμα; Πιστεύω ότι μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά, εφόσον δώσει διάρκεια, περιεχόμενο και δημοκρατική κατεύθυνση στις διεκδικήσεις της. Η ανανέωση θα κριθεί από τις συμμαχίες που θα οικοδομηθούν, τις λύσεις που θα προταθούν και την ικανότητα των θεσμών να ανταποκριθούν. Η ευθύνη, συνεπώς, δεν ανήκει αποκλειστικά στους νέους. Μία δημοκρατία που τους ζητά συμμετοχή οφείλει να τους προσφέρει ουσιαστικές δυνατότητες επιρροής και υλικές προϋποθέσεις αυτονομίας. Όσο η εργασία δεν επαρκεί για μία αξιοπρεπή ζωή και η εκπαίδευση δεν ανοίγει έναν πειστικό ορίζοντα, η δυσπιστία θα βρίσκει έδαφος. Η αποκατάσταση αυτής της προοπτικής είναι το μέτρο με το οποίο θα κριθεί η πολιτική ανταπόκριση στη νέα γενιά.

*Δημοσιεύτηκε στη «ΜτΚ» στις 25/10/26

ESPA