Ο ΕΟΔΥ μιλά πλέον για «πάρα πολύ έντονη κυκλοφορία» του ιού του Δυτικού Νείλου και προειδοποιεί για περαιτέρω αύξηση των κρουσμάτων, καθώς βρισκόμαστε στην περίοδο κορύφωσης της μετάδοσης. Δεν χρειάζεται πανικός. Χρειάζεται όμως να απαντήσουμε σε ένα απλό ερώτημα: τι μάθαμε από πέρυσι;
Το 2025 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 96 κρούσματα και 9 θάνατοι. Φέτος, μέχρι τις 19 Αυγούστου, έχουμε ήδη 157 εγχώρια κρούσματα και 13 θανάτους. Μέσα σε μία εβδομάδα, (12-19.08), τα κρούσματα αυξήθηκαν από 110 σε 157 και οι θάνατοι από 9 σε 13. Από τα 157 περιστατικά, τα 116 παρουσίασαν εκδηλώσεις από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα. Η διάμεση ηλικία των θανόντων ήταν 82 έτη. Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται κυρίως ηλικιωμένοι και ευάλωτοι συμπολίτες μας, για τους οποίους η πρόληψη δεν είναι θεωρητική συζήτηση. Και όλα αυτά ενώ η περίοδος υψηλότερης μετάδοσης δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών με τη μεγαλύτερη καταγεγραμμένη επιβάρυνση, και το ECDC ζητά ισχυρότερη επιτήρηση και μεγαλύτερη ετοιμότητα των συστημάτων δημόσιας υγείας.
Ο ιός δεν εμφανίστηκε φέτος για πρώτη φορά. Το 2024 η Ελλάδα είχε καταγράψει 217 κρούσματα και 34 θανάτους, αναλογία περίπου 3,3 θανάτων ανά εκατομμύριο κατοίκων, έναντι περίπου 9 φορές λιγότερο (0,36) στην Ιταλία. Η σύγκριση απαιτεί προσοχή, καθώς επηρεάζεται από ηλικία, υποκείμενα νοσήματα, ένταση κυκλοφορίας του ιού και συστήματα επιτήρησης. Αποδεικνύει όμως κάτι που δεν επιτρέπεται να αγνοούμε: η Ελλάδα γνωρίζει εδώ και χρόνια ότι αντιμετωπίζει σημαντική και επαναλαμβανόμενη επιβάρυνση. Η Πολιτεία οφείλει να είναι προετοιμασμένη πριν εμφανιστεί το πρώτο σοβαρό περιστατικό, όχι να τρέχει πίσω από την επιδημιολογική καμπύλη.
Για τη Θεσσαλονίκη αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι προγραμματισμένοι αεροψεκασμοί στους ορυζώνες Θεσσαλονίκης και Ημαθίας είναι αναγκαίοι, αλλά δεν συνιστούν από μόνοι τους ολοκληρωμένη πολιτική δημόσιας υγείας. Απαιτούνται συνεχής εντομολογική και επιδημιολογική επιτήρηση, έγκαιρες στοχευμένες παρεμβάσεις, έλεγχος των εστιών αναπαραγωγής, ενημέρωση των πολιτών και πραγματικός συντονισμός Υπουργείου Υγείας, ΕΟΔΥ, Περιφέρειας, Δήμων και μονάδων υγείας.
Εδώ βρίσκεται και η πολιτική ευθύνη. Η Δημόσια Υγεία δεν αρχίζει στην πόρτα του νοσοκομείου, αλλά στην πρόληψη, στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα και στην έγκαιρη παρέμβαση. Ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, ο κ. Άδωνις Γεωργιάδης δεν μπορεί να παρουσιάζει ως επιτυχία του ΕΣΥ τις ανακαινίσεις κτιρίων, αποφεύγοντας τη συζήτηση για όσους πρέπει να τις λειτουργήσουν. Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ είναι αμείλικτα: η Ελλάδα διαθέτει μόλις 3,8 νοσηλευτές ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 9,2 κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ, δηλαδή λιγότερους από τους μισούς! Το πρόβλημα το έχει παραδεχθεί δημόσια και ο ίδιος ο Υπουργός Υγείας. Και αυτό συντιστά, όχι άλλοθι, αλλά ξεκάθαρη ομολογία ενός προβλήματος για το οποίο έχει πλέον ακέραιη πολιτική ευθύνη. Μετά από επτά χρόνια δεν αρκεί να περιγράφεις την υποστελέχωση, διότι οφείλεις όσο κυβερνάς να τη διορθώσεις. Δεν αρκεί να εγκαινιάζεις ανακαινισμένο Τμήμα Επειγόντων αν δεν εξασφαλίζεις τους νοσηλευτές που θα το στελεχώσουν. Ένα νοσοκομείο δεν είναι οι τοίχοι του, αλλά οι άνθρωποί του.
Η αντιμετώπιση του ιού του Δυτικού Νείλου είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του διαφορετικού μοντέλου Υγείας που χρειάζεται η χώρα: να μην περιμένεις να αυξηθούν οι βαριές νοσηλείες για να κινητοποιηθείς, αλλά να επενδύεις στην πρόληψη. Αυτό σημαίνει ισχυρές υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας και επιδημιολογικής επιτήρησης, οργανωμένη Πρωτοβάθμια Φροντίδα, προσλήψεις και πραγματικά κίνητρα για γιατρούς και νοσηλευτές, συνεργασία κράτους, Περιφερειών και Δήμων με σαφείς αρμοδιότητες — και ένα ισχυρό, καθολικό και δημόσιο Εθνικό Σύστημα Υγείας.
Για το ΠΑΣΟΚ αυτή δεν είναι καινούργια ανακάλυψη. Το ΕΣΥ είναι μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που έφερε η δημοκρατική παράταξη στη χώρα. Σήμερα χρειάζεται τη νέα μεγάλη μεταρρύθμιση που θα το καταστήσει ξανά πραγματικά δημόσιο, αποτελεσματικό και προσβάσιμο. Ο ιός του Δυτικού Νείλου είναι μια ακόμη υπενθύμιση ότι στη δημόσια υγεία η καθυστέρηση έχει κόστος. Η πρόληψη δεν είναι επικοινωνιακό σύνθημα. Είναι υποχρέωση της Πολιτείας και πρέπει να προηγείται της κρίσης, όχι να την ακολουθεί.