Μπορεί κανείς να διαφωνεί σε κάποιες από τις επιλογές της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά ένα πράγμα δεν αμφισβητείται μάλλον από κανένα σε αυτή τη χώρα. Ότι κάνει τα πάντα για να πάει καλύτερα το καράβι που λέγεται Ελλάδα.
Όπου καλύτερα είναι αυτό που αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Να είναι διεθνώς ισχυρή η χώρα, να υπάρχουν δουλειές και δημόσια ασφάλεια, να γίνονται επενδύσεις και να υπάρχει στήριξη στους κοινωνικά αδύναμους, χωρίς να διαταράσσονται οι ευαίσθητες δημοσιονομικές ισορροπίες που στο πρόσφατο παρελθόν μάς κόστισαν.
Αυτή είναι η βασική του στόχευση και όχι το αν θα είναι ο πρώτος πρωθυπουργός στη μεταπολίτευση που θα καταφέρει να εκλεγεί για τρίτη συνεχόμενη φορά. Αυτό έρχεται ως δεύτερο. Ο Μητσοτάκης δείχνει πεπεισμένος ότι μία τρίτη τετραετία θα βοηθούσε σημαντικά τη χώρα και θα της έδινε έναν τέτοιο βηματισμό για να μπορέσει να συναγωνιστεί τα αναπτυγμένα ευρωπαϊκά κράτη.
Δεν δείχνει καθόλου κουρασμένος. Μάλλον το ανάποδο συμβαίνει, αν κρίνουμε από το πρόγραμμα που ακολουθεί από το καλοκαίρι και μετά. Απέχει παρασάγγας από την τελευταία φάση της διακυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή το 2009, που σφραγίστηκε κατά πολλούς από την περιβόητη φράση που είχε πει στον Νίκο Χατζηνικολάου ότι κουράστηκε.
Αυτό, όμως, που πρέπει να προσέξει ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι η ίδια του η ομάδα. Ιδέες κατεβάζει ο ίδιος πολλές, οι συνεργάτες του το ίδιο, ενώ και διεθνώς έχει αποκτήσει μία θέση που μπορεί να διεκδικήσει πράγματα που θα βοηθήσουν την ελληνική οικονομία.
Σε αυτό που χωλαίνει είναι το σύνολο. Φάνηκε και τις τελευταίες ημέρες με τον αποσυντονισμό που έφεραν οι διάφορες φάλτσες δηλώσεις, αλλά και το μόνιμο φαινόμενο κάποιοι υπουργοί να κρύβονται και να μιλούν μόνο για τα υπηρεσιακά τους θέματα. Είτε αυτά είναι τα ψηφιακά είτε είναι τα εργασιακά είτε οι νταντάδες της γειτονιάς.
Καλές είναι σίγουρα οι εξειδικεύσεις, αλλά εδώ το παιχνίδι είναι πια κυρίως πολιτικό. Και για να κερδηθεί αυτό, πρέπει όλοι να δίνουν τη μάχη. Αν όχι συνεχώς στην πρώτη γραμμή όχι όμως πάντοτε στα μετόπισθεν και προστατευμένοι.
Μπορεί κανείς να διαφωνεί σε 1.000 πράγματα με τον Άδωνι και σε 10 με τον Φλωρίδη, αλλά και οι δύο μπήκαν και μπαίνουν στη μάχη για τη φωτιά. Και τα δικά τους φάλτσα θα περνούσαν απαρατήρητα, αν και οι 60 σήμερα υπουργοί και υφυπουργοί ήταν κάθε μέρα στις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα και στήριζαν την κυβερνητική πολιτική.
Δεν ξέρω πόσοι θα ακολουθήσουν την τελευταία σύσταση του Μητσοτάκη προς τους υπουργούς να μη βγαίνουν μόνο για το χαρτοφυλάκιό τους, αλλά να στηρίζουν το σύνολο του κυβερνητικού έργου. Έμοιαζε λίγο με… καρότο. Αλλά αν δεν είναι πολλοί, θα πρέπει να πάρει και λίγο το μαστίγιο.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 04.10.2026