Συμβαίνει κάθε φορά που ένα τραγικό περιστατικό, όπως αυτό με το θάνατο του άτυχου Γιώργου Μαζωνάκη κατακλύζει την επικαιρότητα: η κοινωνία πέφτει από τα σύννεφα το δε κράτος ανακαλύπτει, έκπληκτο, όλα όσα με επιμέλεια αποκρύπτονται, τα οποία όφειλε να γνωρίζει και να ελέγχει.
Η τελευταία πράξη αυτής της υπόθεσης παίζεται τις τελευταίες ημέρες στη Θεσσαλονίκη όπου αίφνης, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί ανακάλυψαν ότι δύο ιδιωτικές κλινικές λειτουργούσαν χωρίς να τηρούν τις εκ του νόμου προϋποθέσεις. Για την ακρίβεια, οι αρμόδιες αρχές, εν προκειμένω η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας γνώριζε από καιρό τι συνέβαινε, καθώς είχε προβεί στους σχετικούς ελέγχους, αλλά δεν προχώρησε στην αναστολή λειτουργίας των δύο κλινικών.
Η υπόθεση αυτή είναι σε εξέλιξη και καλό είναι να περιμένουμε πριν να βγάλουμε τα οριστικά συμπεράσματα.
Παρά τον κατακλυσμό των δημοσιευμάτων, υπάρχουν ορισμένες πτυχές γύρω από αυτή την υπόθεση οι οποίες παραμένουν στο σκοτάδι καθώς είναι ιδιαίτερα δυσάρεστες και στενάχωρες, πρωτίστως για το κράτος, αλλά δευτερευόντως και για όλους μας.
Όσοι από εμάς έχουν βιωματική εμπειρία από τέτοιου είδους ιδιωτικές κλινικές γνωρίζουν πολύ καλά το λόγο για τον οποίο υπάρχουν και τους σκοπούς που υπηρετούν. Η πλειονότητα των ασθενών οι οποίοι φιλοξενούνται σε αυτές είναι άνθρωποι με σοβαρά χρόνια νοσήματα, ηλικιωμένοι οι οποίοι πάσχουν από άνοια, καρκινοπαθείς που βρίσκονται στο τελικό στάδιο, άτομα με σοβαρά κινητικά και νοητικά προβλήματα εξαιτίας εγκεφαλικού ή ατυχήματος κ.ο.κ.
Για όλους αυτούς τους ασθενείς δεν υπάρχει καμία δημόσια παρηγορητική (ανακουφιστική) δομή η οποία να τους δέχεται. Ούτε οι συγγενείς τους είναι σε θέση να τους φροντίσουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα και με επάρκεια, ώστε οι άνθρωποι να έχουν μια υποτυπώδη ποιότητα ζωής, ή έστω, ένα αξιοπρεπές τέλος.
Γι' αυτό και αναγκάζονται να καταφύγουν σε αυτού του είδους τις ιδιωτικές κλινικές. Κι όσοι μεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να διαθέσουν περί τα 1.500 ευρώ μηνιαίως, μπορούν να εξασφαλίσουν για τα αγαπημένα τους πρόσωπα ένα καλό ιδιωτικό θεραπευτήριο, μετριάζοντας έτσι και τις όποιες τύψεις τους γι' αυτήν την αναγκαστική επιλογή τους.
Οι υπόλοιποι, των 700 και 800 ευρώ υποχρεούνται να αναζητήσουν καταφύγιο σε ιδιωτικές δομές οι οποίες παρέχουν υποτυπώδεις υπηρεσίες, κάποιες δε, είναι και επικίνδυνες.
Υπάρχουν, όμως, γιατί το επιτρέπει το κράτος, το οποίο παριστάνει πως δεν βλέπει επειδή γνωρίζει πολύ καλά ότι οι κλινικές αυτές εξυπηρετούν υπαρκτές κοινωνικές ανάγκες τις οποίες αδυνατεί ή δεν θέλει να τις καλύψει το ίδιο. Η παρηγορητική (ανακουφιστική) φροντίδα είναι έννοια άγνωστη στη χώρα μας. Άγνωστη στο κράτος, όχι στους ιδιώτες.
“Η φύση απεχθάνεται το κενό”, αναφέρει το παλιό φιλοσοφικό αξίωμα, αυτό ισχύει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην Ευρώπη, κυρίως στη Βόρεια και Κεντρική λειτουργούν κοντά δέκα χιλιάδες παρηγορητικές δομές. Στην Ελλάδα ο τομέας αυτός καλύπτεται αποκλειστικά από τους ιδιώτες, με εξαίρεση κάποιες λίγες δομές που λειτουργεί η Εκκλησία και κάποιες ελάχιστες κλίνες στα νοσοκομεία που παρέχουν περιστασιακή φροντίδα.
Πριν από τέσσερα χρόνια ψηφίστηκε ο Ν. 5007/2022 ο οποίος αφορά τη σύσταση και οργάνωση του Εθνικού Συστήματος Ανακουφιστικής Φροντίδας. Ωστόσο, μέχρι και σήμερα ο νόμος παραμένει κενό γράμμα. Η Ελλάδα είναι προτελευταία στην Ευρώπη σε αριθμό ειδικών κλινών.
Πριν από λίγους μήνες το υπουργείο Υγείας παρουσίασε το “Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ανακουφιστική Φροντίδα”, το οποίο θέτει ως στόχο τη δημιουργία ενός δικτύου 500 κλινών έως το 2030. Ο αριθμός αυτός είναι σήμερα μετά βίας διψήφιος.
Σύμφωνα, δε, με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου, οι ετήσιες ανάγκες στη χώρα μας αγγίζουν τους 120.000 έως 135.000 ασθενείς. Ωστόσο η συνολική κάλυψη από όλους τους φορείς (δημόσιους, ιδιωτικούς, Εκκλησία, ΜΚΟ) δεν ξεπερνά το 2% των ανθρώπων που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της ζωής τους.
Η παρηγορητική (ανακουφιστική) φροντίδα ορίζει το επίπεδο του ανθρωπισμού και του πολιτισμού της κοινωνίας μας. Στις προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες είναι μέρος του εθνικού συστήματος υγείας. Στη δική μας χώρα είναι μερικά άρθρα, τυπωμένα σε ΦΕΚ.