Η ολιγοπωλιακή δομή της ελληνικής οικονομίας, σε αρκετούς κρίσιμους κλάδους της, δεν είναι πια μία συζήτηση μεταξύ ειδικών αλλά κοινό κτήμα για τους περισσότερους πολίτες (οι οποίοι εξάλλου πληρώνουν και το τίμημα των καρτέλ).
Μάλιστα, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι συχνά αυτή η ολιγοπωλιακή δομή οργανώνεται γύρω από τον αριθμό 4, λες και το 3 είναι λίγο και το 5 πολύ…
Πέραν των στρεβλώσεων που δημιουργεί στην οικονομία μία τέτοια δομή, δημιουργείται και μία δυναμική ιεραρχικών συμφερόντων κατά την οποία οι προνομιακές σχέσεις των μελών των καρτέλ με άλλους «πελάτες» οδηγεί σε μία συγκέντρωση κεφαλαίου στους «προνομιακούς συνομιλητές» των ισχυρών, αποστερώντας την υπόλοιπη οικονομία από κρίσιμες προϋποθέσεις για την ανάπτυξή της.
«Το κεφάλαιο έλκει το κεφάλαιο», έλεγαν παλιά, «τα καρτέλ έλκουν τα καρτέλ» συμπληρώνει η ελληνική πραγματικότητα.
Πριν κάποιος βιαστεί να αμφισβητήσει τα παραπάνω ας συμβουλευθεί Εκθέσεις για την ελληνική οικονομία του ΔΝΤ και, πιο πρόσφατα, της S&P Global Ratings. Και οι δύο δύσκολα μπορούν να χαρακτηρισθούν ως φορείς σοσιαλιστικών απόψεων ή ότι έχουν κάποια ειδικό γινάτι εναντίον της ελληνικής οικονομικής πολιτικής. Απλώς, γνωρίζουν ποιες είναι οι ακραίες παθογένειες ενός ελλειμματικού καπιταλισμού.
Και οι δύο Οργανισμοί που προαναφέρθηκαν σημειώνουν την υψηλή συγκέντρωση της τραπεζικής χρηματοδότησης σε περιορισμένο αριθμό μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.
Η S&P Global Ratings υπογραμμίζει ότι η εξυγίανση των ισολογισμών και η πιστωτική επέκταση των τελευταίων ετών έχουν καταστήσει τις τέσσερις (καμία έκπληξη για τον αριθμό…) συστημικές τράπεζες περισσότερο εξαρτημένες από κοινούς μεγάλους δανειολήπτες.
Τα δάνεια προς μεγάλες επιχειρήσεις αντιστοιχούν πλέον στο 43% περίπου των δανείων των ελληνικών τραπεζών προς τον ιδιωτικό τομέα. Ποιος είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ; 14 μονάδες κάτω. Πόσο ήταν, στη χώρα μας, το 2019; 16,5 μονάδες κάτω…
Δηλαδή; Δηλαδή, αν τρεις μεγάλες επιχειρήσεις αθετήσουν ταυτόχρονα τις υποχρεώσεις τους η επίπτωση στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας θα κυμανθεί μεταξύ 2 έως 3 μονάδων. Δηλαδή; Δηλαδή, το τραπεζικό σύστημα θα χάσει 4 δισ. ευρώ. Αν μάλιστα, οι τρεις που θα αθετήσουν θα τύχει να είναι και οι τρεις μεγαλύτεροι δανειολήπτες, η απώλεια κεφαλαίου θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη.
Και πού δίνονται οι περισσότερες χρηματοδοτήσεις; Σε τρεις κλάδους: Ναυτιλία, τουρισμό και ενέργεια. Και οι τρεις ευαίσθητοι στις διεθνείς αναταράξεις.
Η S&P υπολογίζει ότι μία σοβαρή κρίση στους τρεις αυτούς κλάδους (με αθέτηση του 255 των δανείων) θα στοίχιζε κοντά στα 5 δισ. ευρώ.
Μα είναι δυνατόν να συμβούν αυτά τα άσχημα σενάρια; Όχι, δεν υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες και δεν είναι ασφαλώς τα βασικά σενάρια. Και οι κεφαλαιακοί δείκτες των τραπεζών μας διαθέτουν επαρκή αποθέματα.
Όμως πρέπει να καταλάβουμε ότι η έννοια «θωράκιση» έναντι μίας απρόβλεπτης κρίσης και οι έννοιες «καρτέλ» και «απορρύθμιση» είναι ασύμβατες μεταξύ τους.
Δεν είναι μακριά το 2007, μία χρονιά που επωαζόταν μία τεράστια κρίση και οι κήρυκες της απορρύθμισης και της «ανάγκης για συγκέντρωση» ανέμελα συνέχιζαν να κατακεραυνώνουν τους «παρωχημένους» που ζητούσαν ρύθμιση στις αγορές.
Αλλά είπαμε: «Η Ιστορία μας διδάσκει ότι δεν διδασκόμαστε από αυτήν».
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 11.10.2026