Οι φημολογίες άνοιξης και καλοκαιριού για πρόωρες εκλογές δεν φαίνεται να επαληθεύονται. Κατά τη γνώμη μου, μεγάλο ρόλο στην αποφυγή τους έπαιξε ο ορισμός των ημερομηνιών για τις δίκες 4 κυβερνητικών βουλευτών σχετικά με τον ΟΠΕΚΕΠΕ μέσα σε Οκτώβριο και Νοέμβριο, η υπόθεση Τριαντόπουλου αλλά και το ενδεχόμενο να υπάρξει μία απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τις υποκλοπές μέσα στο φθινόπωρο.
Είναι προφανές πως οι πρωθυπουργικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ, εκτός από τον κεντρικό τους στόχο να ικανοποιήσουν κοινωνικές κατηγορίες όπου η εικόνα της ΝΔ είναι προβληματική από δημοσκοπική άποψη, αποσκοπούσαν και στο να «αγοράσουν» χρόνο ώστε η συγκυρία των εκλογών να έχει μακρινή χρονική απόσταση από αυτές τις δικαστικές περιπέτειες.
Όμως, οδεύουμε προς ένα δύσκολο χειμώνα για τα νοικοκυριά και την πλειοψηφία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η μετάθεση των εκλογών θα αναγκάσει την κυβέρνηση, η οποία έχει ξοδέψει μεγάλο μέρος από το πολιτικό της κεφάλαιο, να βρίσκεται σε διαρκή θέση άμυνας -μία θέση που περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητές της για πολιτικές πρωτοβουλίες ικανές να ανατάξουν το κλίμα. Τουλάχιστον, όσον αφορά τις εσωτερικές εξελίξεις.
Με αυτή την οπτική, ο πολιτικός χρόνος των επόμενων έξι μηνών εγκυμονεί περισσότερους κινδύνους παρά ευκαιρίες για την κυβερνητική παράταξη.
Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι σε μία αντίστροφη κατάσταση: Περισσότερες ευκαιρίες, λιγότεροι κίνδυνοι. Επειδή είναι το μόνο κόμμα της αντιπολίτευσης που έχει επενδύσει στην προγραμματική πρόταση, θα του δοθεί η δυνατότητα να παρουσιάσει πιο αναλυτικά το πρόγραμμά του και να προσεγγίσει ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις.
Αν μάλιστα βρει το κεντρικό ραχοκόκαλο, ως εύληπτο και συνοπτικό αφήγημα, όλων των προγραμματικών επεξεργασιών του τότε μπορεί να αναπτύξει μίκα εκλογική δυναμική σαφώς ανώτερη από τις σημερινή δημοσκοπική -και κάπως υποτιμημένη- εικόνα του.
Το ΠΑΣΟΚ, όπως έχουμε ξαναγράψει, έχει επίσης ένα ακόμα πλεονέκτημα: Είναι ένα ιστορικό κόμμα, με (σχετική) οργάνωση και στελέχη και με ρίζες σε όλους τους κοινωνικούς χώρους, με αξιοσημείωτη δύναμη βάσης στην ελληνική περιφέρεια. Φαίνεται να είναι το μόνο κόμμα της αντιπολίτευσης του οποίου οι εκλογικοί συνδυασμοί στο σύνολο της χώρας μπορούν να έχουν σοβαρή κοινωνική αναφορά, ένα στοιχείο που δεν πρέπει να υποτιμηθεί στην τελική εκλογική επίδοση.
Η μακρά προεκλογική περίοδος, όμως, ενέχει και τον κίνδυνο για το κόμμα αυτό να θολώσει την προγραμματική του επάρκεια είτε στην περίπτωση που «ξεμείνει» από προγραμματικές προτάσεις είτε από μία επικοινωνιακή «Βαβέλ» στελεχών, ιδιαίτερα των εκ μεταγραφής.
Η ΕΛΑΣ του κ. Τσίπρα (ο οποίος μάλλον βιάστηκε να κινηθεί υπό την πίεση των φημολογούμενων πρόωρων εκλογών) εμφανίζεται να έχει ένα «γυάλινο ταβάνι» του 65-75% όσων ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του ’23. Οι μετρήσεις δείχνουν ότι η διείσδυση του σε κεντρώους ή άλλους όμορους κομματικούς χώρους δεν έχει ιδιαίτερη δυναμική. Τα όρια της ΕΛΑΣ καθορίζονται σχεδόν αποκλειστικά από τη δυναμική του προσώπου του κ. Τσίπρα. Με τα καλά του και τα κακά του…
Αν προλάβει μέσα σε διάστημα πέντε-έξι μηνών να δείξει πως έχει προγραμματικό βάθος και στελεχιακή επάρκεια θα ξεφύγει από το σημερινό οριοθετημένο πλαίσιο του. Αν όχι, απλώς θα έχει διαλύσει τον ΣΥΡΙΖΑ.
Τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης εκ των πραγμάτων κινούνται σε τροχιές μικρότερης αλλά αυξομειούμενης ακτίνας. Με την εξαίρεση του ΚΚΕ, μεγάλο ρόλο θα παίξει η καθαρά προεκλογική συγκυρία των τελευταίων 15 - 20 ημερών: Άλλα θα τα βάλει ή θα τα κρατήσει στη Βουλή και άλλα θα τα καταστήσει εξωκοινοβουλευτικά.
Το κόμμα του κ. Σαμαρά ίσως να ήθελε τις εκλογές πιο νωρίς. Αλλά τη δυναμική που αναπτύσσει μπορεί να τη θρέψει μία εξάμηνη περίοδος -και να δρέψει απροσδόκητους καρπούς.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 04.10.2026