Ο χρόνος στην πολιτική είναι ένα μέγεθος που δεν εξελίσσεται γραμμικά. Συνεπώς, από σήμερα μέχρι τις εκλογές μπορεί να μεσολαβήσουν εξελίξεις και γεγονότα που «άλλους θα ανεβάσουν και άλλους θα κατεβάσουν». Άρα και στη μάχη μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ πολλά μπορούν να συμβούν.
Όμως, υπάρχουν και κάποιες σταθερές οι οποίες φαίνεται να μη μπορούν να επηρεαστούν, μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, και οι οποίες μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο για την εκλογική κυριαρχία στον πολιτικό χώρο, αριστερότερα της ΝΔ.
Μία σταθερά είναι η ιστορικότητα του ΠΑΣΟΚ και οι βαθιές κοινωνικές ρίζες αυτού του κόμματος. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ακόμα και όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν στο 5%, δεν υπήρχε θεσμός (συνδικάτα, Αυτοδιοίκηση, επιμελητήρια κ.λπ.) που να μην υπάρχει εκπροσώπηση του ΠΑΣΟΚ -και σε ορισμένες περιπτώσεις κάτι παραπάνω από ορατή.
Το στοιχείο αυτό αποτελεί μία πολιτική περιουσία συσσωρευμένη από τη δεκαετία του ’70 και χωρίς ουσιαστική διακοπή. Είναι άμεσα αξιοποιήσιμη και εκλογικά προσδίδει μία, τουλάχιστον, σταθερότητα.
Σ’ αυτόν τον τομέα η ΕΛΑΣ υστερεί. Πρώτα από όλα, επειδή είναι ένα νεοσύστατο κόμμα. Δεύτερο, επειδή ο τρόπος που συγκροτήθηκε (από τα πάνω και προσωποκεντρικά) δεν το διευκολύνει να αποκτήσει αυτό το ρίζωμα μέσα στο κοινωνικό σώμα. Τρίτο, επειδή η μήτρα προέλευσης του εγχειρήματος Τσίπρα (ο ΣΥΡΙΖΑ) ποτέ δεν βρήκε, ούτε στις καλύτερες μέρες του, αυτή τη ζύμωση με την κοινωνική βάση που παρουσιάζει το ΠΑΣΟΚ.
Συνδεόμενο με αυτό είναι και το θέμα της «ζώσας» οργάνωσης, δηλαδή της ύπαρξης μελών που θα συνδράμουν την εκλογική προσπάθεια του κόμματός τους. Μέχρι στιγμής, η ΕΛΑΣ είναι μόνο οροφή και ψηφιακή παρέμβαση. Το ΠΑΣΟΚ, αν και οργανωτικά δεν μπορεί να συγκριθεί με τις «χρυσές εποχές» του, έχει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα.
Μία άλλη σταθερά, είναι το πολιτικό στίγμα κάθε κόμματος. Το ΠΑΣΟΚ έχει μία δεδομένη εικόνα ενώπιον του ελληνικού λαού (με τα καλά της και τα άσχημα της) και προσπαθεί μεθοδικά να προάγει τη φυσιογνωμία του προγραμματικού και αξιόπιστου αντιπολιτευτικού φορέα. Με μια κουβέντα , να γίνει αποδεκτό από το εκλογικό κοινό ότι «το πρόγραμμα μας είναι η κυβερνητική μας πρόταση». Αυτή η «γραμμή» έχει αποδέκτες τους κεντρογενείς που απογοητεύτηκαν από τον κ. Μητσοτάκη και τους κεντροαριστερούς που πλέον δεν δελεάζονται μόνο από χαρακτηρισμούς και ατάκες έναντι των αντιπάλων.
Το πολιτικό στίγμα της ΕΛΑΣ είναι ακόμη αρκετά θολό. Το πρόσωπο του κ. Τσίπρα υπερκαθορίζει την όποια πολιτική φυσιογνωμία του κόμματος. Η επικοινωνιακή του άνεση και η δεινότητα του να στέκεται σε συνθήκες σύγκρουσης (κάτι διόλου αμελητέο για έναν πολιτικό παράγοντα) διευκολύνει στο να δημιουργεί οπαδούς -και φυσικά αντιπάλους. Αν, όμως, το ποσοστό των οπαδών του μείνει, όπως δείχνουν οι μετρήσεις, στα 2/3 των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούνιο του ‘23, είναι πιθανό να μην τού αρκέσει για την επίτευξη του στόχου του. Προς στιγμήν, φαίνεται να είναι το ταβάνι κι όχι η βάση εκκίνησης του εγχειρήματος.
Στον επικοινωνιακό τομέα, και παρά τη βελτίωση του ΠΑΣΟΚ και προσωπικά του κ. Ανδρουλάκη, ο κ. Τσίπρας προσωπικά και η ΕΛΑΣ έχουν ένα πλεονέκτημα επειδή μπορούν να δημιουργούν μιντιακά γεγονότα πιο εύκολα και πιο δραστικά σε σχέση με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κάτι πολιτικά σημαντικό στη σημερινή εποχή. Όμως η Βαβέλ απόψεων από εκπροσώπους του κόμματος και η υπερτίμηση της επικοινωνίας έναντι του πολιτικού περιεχομένου, μπορεί να έχει κόστος σε μια κρίσιμη μάζα εκλογέων.
Ο κ. Τσίπρας δεν στερείται πολιτικού ενστίκτου. Βάσει αυτού είναι βέβαιο πως θα προσπαθήσει να κάνει διορθωτικές κινήσεις. Αν προλαβαίνει ή όχι να τις καταστήσει αποδοτικές, θα φανεί στις κάλπες.
Εκεί (στις κάλπες) μετριέται ένας συνδυασμός παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους και η εμβέλεια κοινωνικής αναφοράς των συνδυασμών κάθε κόμματος σε κάθε εκλογική περιφέρεια -ένα ακόμα στοιχείο όπου φαίνεται το ΠΑΣΟΚ να είναι ισχυρότερο της ΕΛΑΣ.
Συνεπώς, μη βάζετε στοιχήματα με κριτήριο τις δημοσιευμένες δημοσκοπήσεις.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 25.10.2026