Σημαντικό μέρος από τα δημοσιονομικά υπερπλεονάσματα των τελευταίων χρόνων προέρχονται από τους φόρους. Σε αυτό συνετέλεσε η μερική πάταξη της φοροδιαφυγής την οποία οφείλουμε να την πιστώσουμε στην κυβέρνηση. Ωστόσο, τα περισσότερα προέρχονται από την υπεραπόδοση του ΦΠΑ, κάτι που ομολογεί και η ίδια η κυβέρνηση η οποία αρνείται όμως να τον μειώσει ακόμη και στα είδη πρώτης ανάγκης, καθώς η εκτόξευση των τιμών μπορεί να αδειάζει τις τσέπες, αλλά γεμίζει τα κρατικά ταμεία. Και βεβαίως υπάρχει πάντοτε η συζήτηση περί της αναλογίας μεταξύ έμμεσων και άμεσων φόρων η οποία ευνοεί τα πολύ υψηλά εισοδήματα. Αναλογία η οποία όμως παρέμεινε ανέγγιχτη από όλες τις κυβερνήσεις, ακόμη και από αυτήν της «πρώτη φορά Αριστεράς».
Ο πλέον άδικος και παράλογος απ' όλους τους φόρους είναι αυτός που επιβάλλεται σε όσους δεν καταφέρουν να πραγματοποιήσουν ηλεκτρονικές καταναλωτικές δαπάνες οι οποίες αντιστοιχούν στο 30% του ετήσιου εισοδήματός τους. Ως γνωστόν εάν ένας φορολογούμενος δεν καταφέρει να καλύψει το απαιτούμενο ποσό, θα επιβαρυνθεί με επιπλέον φόρο 22% επί της διαφοράς. Για παράδειγμα, σε εισόδημα 25.000 ευρώ απαιτούνται ηλεκτρονικές συναλλαγές ύψους 7.500 ευρώ. Αν οι πραγματικές δαπάνες είναι 5.000 ευρώ, για τα υπόλοιπα 2.500 ευρώ θα επιβληθεί πρόσθετος φόρος 550 ευρώ. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ για το 2025 το συνολικό ποσό επιπλέον φόρου που κλήθηκαν να καταβάλουν όσοι δεν συμπλήρωσαν το όριο του 30% των ηλεκτρονικών συναλλαγών ανήλθε σε 55,5 εκατ. ευρώ.
Θα μου πείτε, μα, είναι δυνατόν κάποιος που έχει εισόδημα 25.000 να μην ξοδέψει 7.500 ευρώ ολόκληρο τον χρόνο; Ασφαλώς και θα ξοδέψει, και πολύ περισσότερα μάλιστα. Μόνο, που, στις δαπάνες που «χτίζουν» αυτό το 30% δεν υπολογίζονται σημαντικά μεγάλα ποσά τα οποία καταβάλουν οι φορολογούμενοι. Για παράδειγμα, δεν υπολογίζονται: δόσεις στεγαστικού δανείου ή τα ενοίκια που μπορεί να φτάνουν ως και στα 7.200 ευρώ (12Χ600) ή και περισσότερα· οι πληρωμές προς εταιρείες κοινής ωφέλειας, όπως οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, ύδρευσης, καθώς και τα τηλέφωνα (σταθερά/κινητά), οι οποίες για ένα μέσο νοικοκυριό υπερβαίνουν τις 3.000 ετησίως· η πληρωμή φόρου που φτάνει γύρω στις 3.500 ευρώ για εισόδημα 25.000· η πληρωμή δόσεων για αγορά αυτοκινήτου, καθώς και τα τέλη κυκλοφορίας· ποσά τα οποία δίνονται για διατροφή σε περίπτωση διαζυγίου κ.ο.κ.
Εάν πάμε σε χαμηλότερα ετήσια εισοδήματα, της τάξης των 15.000 ευρώ, εύκολα συμπεραίνεται ότι οι φορολογούμενοι οι οποίοι ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία δεν μπορούν να καλύψουν ούτε τις βασικές ανάγκες τους. Ωστόσο, θα τιμωρηθούν με επιπλέον φόρο επειδή δεν μπόρεσαν να ξοδέψουν το 30% του εισοδήματός τους σε καταναλωτικές δαπάνες.
Αλλά, ακόμη και εάν πάμε σε φορολογούμενους με υψηλότερα εισοδήματα, της τάξης των 40.000 ευρώ για παράδειγμα, οι οποίοι έχουν την άνεση να ξοδέψουν τα 12.000 ευρώ που απαιτούνται για το «χτίσιμο» του αφορολόγητου των καταναλωτικών δαπανών, αλλά επιλέγουν, αντί αυτού, να αποταμιεύσουν το διαθέσιμο εισόδημά τους, κι αυτοί θα τιμωρηθούν επειδή προτίμησαν την αποταμίευση, για την οποία κάποτε γίνονταν ολόκληρες καμπάνιες, από την κατανάλωση.
Όπως απέδειξαν πρόσφατες περιπτώσεις μεγάλης φοροκλοπής, οι φορολογικές αρχές διαθέτουν πλέον σύγχρονα εργαλεία, ικανά να προσδιορίσουν ως και το τελευταίο ευρώ το πραγματικό εισόδημα του κάθε φορολογούμενου. Κυρίως, εκείνων των επαγγελματιών που φοροδιαφεύγουν, για τους οποίους θεσπίστηκε αυτό το «πέναλτι» του 30% των καταναλωτικών δαπανών, αδιακρίτως, για όλους μας. Είναι καιρός, λοιπόν, ο άδικος και παράλογος αυτός φόρος του 22% να καταργηθεί.