Από το 315 π.Χ. μέχρι σήμερα η Θεσσαλονίκη αντιμετώπισε εισβολές, πολέμους, σεισμούς, πυρκαγιές και άλλες καταστροφές μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης. Κάθε καταστροφή αποτελεί όμως ευκαιρία για να έρθει στη θέση του κατεστραμμένου κάτι καινούργιο και ιδανικότερα καλύτερο. Η πυρκαγιά του 1917 ήταν μια ευκαιρία το κέντρο της πόλης να γίνει η ένα κόσμημα αρχιτεκτονικής. Η πλατεία και η οδός Αριστοτέλους είναι τα μόνο τμήματα του σχεδίου Εμπραρ που υλοποιήθηκαν και πράγματι σήμερα αποτελούν κόσμημα για την πόλη μας. Η μη υλοποίηση των σχεδίων αυτών στέρησε από την πόλη μας την προοπτική να γίνει η Θεσσαλονίκη πόλη πρότυπο βιωσιμότητας.
Μέχρι τα μέσα του 20ου αι. η Θεσσαλονίκη, εξαιτίας των αναγκαστικών μετακινήσεων πληθυσμών και της εξόντωσης των Εβραίων της πόλης από τους ναζί, χάθηκε η ταυτότητα της πόλης ως πολυπολιτισμικής μητρόπολης. Και ταυτόχρονα χάθηκε η προοπτική, ώστε η Θεσσαλονίκη να αναδείξει τον συμπεριληπτικό χαρακτήρα της. Ακόμη και σήμερα είναι ταμπού να προταθεί να δοθεί σε μια οδό το όνομα του Κεμάλ Ατατούρκ ή το όνομα ενός σημαντικού Εβραίου Θεσσαλονικιού λογοτέχνη, όπως είναι ο Αλμπερτο Ναρ. Εν αντιθέσει δεν δημιουργεί πρόβλημα να διατηρείται το όνομα Έλληνα συνεργάτη των Ες Ες σε οδό της πόλης μας.
Και μετά ήρθε η αντιπαροχή. Μια ευκαιρία να αντικατασταθούν οι παράγκες και τα χαμόσπιτα με πολυώροφες οικοδομές, με μοντέρνες ανέσεις, που φύτρωσαν σαν τα μανιτάρια μετά τη βροχή. Η πραγματικότητα είναι ότι οι περισσότερες από αυτές τις οικοδομές στερούνται αισθητικής. Για να μεγιστοποιηθούν τα εκμεταλλεύσιμα τετραγωνικά μέτρα θυσιάστηκαν οι ελεύθεροι κοινόχρηστοι χώροι και το πλάτος των αρτηριών του οδικού δικτύου της πόλης. Το κέρδος ήταν το ζητούμενο. Για φαρδείς δρόμους και άνετα πεζοδρόμια, δεντροφυτεμένες αλέες και μεγάλα πάρκα ούτε λόγος. Αναρωτιέται κανείς, αν έγινε ποτέ κάποια σοβαρή μελέτη για την αύξηση του αριθμού των ΙΧ και τις σχετικές ανάγκες σε θέσεις στάθμευσης, ή την ταχύτητα ροής οχημάτων μέσα στους δρόμους, η οποία είναι αντιστρόφως ανάλογη με την περιβαλλοντική επιβάρυνση. Και φτάσαμε στο σήμερα όπου η Θεσσαλονίκη έχει την πιο επιβαρυμένη με ρύπανση ατμόσφαιρα, να έχει το λιγότερο πράσινο ανά κάτοικο στην Ευρώπη. Χάθηκε η προοπτική η Θεσσαλονίκη να γίνει μία πόλη πράσινη, βιώσιμη, φιλική προς τους ανθρώπους της.
Και ήρθαν οι επενδύσεις ξένων. Με το θεσμό της «Golden Visa» πολίτες τρίτων χωρών ήρθαν στην Θεσσαλονίκη και επένδυσαν σε ακίνητα. Πολλά από αυτά τα ακίνητα μετατρέπονται σε χώρους βραχυχρόνιας μίσθωσης, τύπου AirBnB. Ο αντίκτυπος αυτής της εξέλιξης είναι ότι ο μόνιμος κάτοικος αντικαθίσταται από προσωρινούς επισκέπτες, που χρειάζονται άλλες υπηρεσίες από ότι οι μόνιμοι, με συνέπεια να αλλάζουν χρήση τα ακίνητα και οι βιοτεχνικοί χώροι να γίνονται loft, μεγάλα ευάερα διαμερίσματα να τεμαχίζονται σε μικρές γκαρσονιέρες, αρκετά άνετες για να μείνει κανείς λίγες μέρες, αλλά ακατάλληλες για να μείνει κανείς μόνιμα. Όσο για πολυμελείς οικογένειες ούτε λόγος. Τα συγκεκριμένα ακίνητα μένουν άδεια για μεγάλο διάστημα, η προσφορά κατοικιών για αστική μίσθωση να μειώνεται, που έχει ως συνέπεια τα ενοίκια να ακριβαίνουν και να γίνουν απλησίαστα για όποιον θέλει να μείνει ή να εγκατασταθεί για αόριστο χρονικό διάστημα. Μοιάζει σαν οι ιθύνοντες να είναι πιο φιλικοί προς τον ξένο, και να συμπεριφέρονται στον μόνιμο κάτοικό της ως….ψυχοπαίδι. Αν συνεχιστεί αυτή η τάση, θα χαθεί ο σεβασμός της Θεσσαλονίκης προς τον (μόνιμο) κάτοικό της. Και επειδή ο σεβασμός δημιουργεί αμοιβαιότητα, ο μόνιμος κάτοικος θα σεβαστεί την πόλη του όλο και λιγότερο.
Με την συζήτηση για την ανάπλαση της ΔΕΘ δίνεται μια νέα δυνατότητα στη Θεσσαλονίκη. Ανοίγεται η προοπτική περισσότερου πράσινου, περισσότερου ελεύθερου χώρου αναψυχής, αλλά το βασικότερο: δίνεται η ευκαιρία να εισακουστούν οι πολίτες αυτής της πόλης και ίσως να δημιουργεί αυτή η προοπτική: Να γίνει η Θεσσαλονίκη πόλη για να ζεις.
Θεσσαλονίκη, εσύ «φτωχομάνα», πότε θα σου επιτρέψουν να αγαπήσεις τα παιδιά σου;