Συνεργασία και όχι κατακυρίευση

Μήνυμα Ελπίδας του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου

Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα (Β’ Κορ. 1:21-24, 2:1-4) ο Απόστολος Παύλος διατυπώνει μία φράση εξαιρετικής εκκλησιολογικής σημασίας: «Δεν είμαστε κύριοι της πίστεώς σας, αλλά συνεργοί της χαράς σας, διότι στέκεστε σταθεροί με την πίστη» (Β’ Κορ. 1:24). Μέσα σε λίγες λέξεις αποκαλύπτεται το ήθος της αυθεντικής εκκλησιαστικής διακονίας: όχι κυριαρχία πάνω στον άνθρωπο, αλλά συνέργεια για τη σωτηρία και τη χαρά του.

Ο Παύλος έχει αποστολική εξουσία. Δεν την αρνείται ούτε καταργεί την τάξη της Εκκλησίας. Αρνείται όμως να μετατρέψει την πνευματική πατρότητα σε εξουσιασμό και κατακυρίευση. Η πίστη των Κορινθίων δεν αποτελεί ιδιοκτησία του. Ανήκει στον Χριστό. Γι’ αυτό και ο ποιμένας δεν καλείται να υποκαταστήσει τον Χριστό στη συνείδηση του πιστού, αλλά να τον οδηγήσει προς Αυτόν.

Το ίδιο το Ευαγγέλιο θέτει το αξεπέραστο μέτρο. Ο Χριστός, μιλώντας για τους άρχοντες των εθνών, λέγει: «Οι άρχοντες των εθνών τα κατακυριεύουν και οι μεγάλοι ασκούν εξουσία επάνω τους. Δεν θα είναι έτσι ανάμεσά σας· αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας, ας γίνει διάκονός σας» (Ματθ. 20:25-26). Η Εκκλησία, επομένως, δεν μπορεί να οικοδομείται σύμφωνα με τα πρότυπα της κοσμικής ισχύος. Μέσα στο σώμα του Χριστού εξουσία σημαίνει πρωτίστως διακονία.

Αυτό ισχύει για κάθε μέλος της Εκκλησίας, και ιδιαίτερα για όσους έχουν αναλάβει ποιμαντική ευθύνη. Η ιεραρχική τάξη δεν θεμελιώνει προνόμια κυριαρχίας, αλλά διακονήματα ευθύνης και θυσιαστικής προσφοράς. Ο ποιμένας δεν καλείται να επιβάλει το θέλημά του, αλλά να διακονεί το θέλημα του Χριστού, σεβόμενος την ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου και την εκκλησιαστική συνοδικότητα.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σχολιάζοντας ακριβώς το «δεν είμαστε κύριοι της πίστεώς σας», παρατηρεί ότι ο Απόστολος Παύλος ουσιαστικά λέγει ότι έργο των Αποστόλων είναι να ελέγχουν και να συμβουλεύουν, όχι να δεσπόζουν· διότι «η πίστη δεν δέχεται εξαναγκασμό» (PG61, 410-411).

Αυτό δεν σημαίνει εκκλησιαστικό ατομικισμό, κατάργηση της ιεραρχίας ή άρνηση της υπακοής. Γιατί, πάλι ο Απόστολος Παύλος είναι εκείνος που προτρέπει: «Να υπακούτε στους ηγουμένους σας και να υποτάσσεστε σ’ αυτούς, διότι αυτοί αγρυπνούν για τις ψυχές σας» (Εβρ. 13:17). Η υπακοή όμως έχει τελικό σημείο αναφοράς τον ίδιο τον Χριστό και βιώνεται μέσα στο συνοδικό και ιεραρχικό πολίτευμα της Εκκλησίας και ποτέ ως προσωπολατρία ή αυθαίρετη υποταγή στον οποιονδήποτε.

Άλλωστε, κατά τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, τίποτε που αφορά στην Εκκλησία δεν πρέπει να γίνεται ανεξάρτητα από τον επίσκοπο, ενώ η εκκλησιαστική ζωή συγκροτείται γύρω από τον επίσκοπο, το πρεσβυτέριο και τους διακόνους (Πρὸς Σμυρναίους 8,1-2). Πρόκειται, όμως, για κοινωνία και ενότητα εν Χριστώ και όχι για αυταρχική κυριαρχία.

Η Παύλεια φράση, λοιπόν, λειτουργεί ως κριτήριο για όλους. Στην Εκκλησία κανείς δεν είναι ιδιοκτήτης της πίστεως ή της συνειδήσεως του άλλου. Επίσκοποι, κληρικοί και λαϊκοί ανήκουμε στον Χριστό και υπηρετούμε ο ένας τη σωτηρία του άλλου.

Η αληθινή εκκλησιαστική υπακοή δεν γεννά φόβο και εξάρτηση, αλλά ελευθερία εν Χριστώ. Και η γνήσια πνευματική εξουσία αναγνωρίζεται ακριβώς από αυτό: δεν «κατακυριεύει», αλλά διακονεί· δεν υποδουλώνει, αλλά γίνεται «συνεργός της χαράς». Και αυτό, τελικά, είναι που σφραγίζει το έργο της: η «ελευθερία των τέκνων της δόξης του Θεού» (Ρωμ. 8:21).


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 05-06.09.2026

ESPA