Τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει η κυβέρνηση τον χειμώνα είναι γνωστά. Είναι όμως άγνωστη η έκτασή τους και ως εκ τούτου είναι άγνωστο πόσο βαθιά θα βάλει χέρι στον δημόσιο κορβανά για να τα αντιμετωπίσει. Πάντως, η συνήθης πρακτική όλων των κυβερνήσεων είναι κατά την προεκλογική περίοδο να μη φείδονται παροχών. Η παραμονή στην εξουσία αποτελεί ισχυρό κίνητρο.
Εκεί όμως που δεν μπορεί να παρέμβει καθόλου η ελληνική κυβέρνηση είναι στις τρέχουσες διεθνείς εξελίξεις και κυρίως στις τρεις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις σε Ισραήλ και ΗΠΑ, στις 27 Οκτωβρίου και 3 Νοεμβρίου αντίστοιχα, και στη Γαλλία, τον Απρίλιο.
Στο Ισραήλ, όπως συμβαίνει πάντα λόγω του εκλογικού συστήματος, θα σχηματιστεί κυβέρνηση συνασπισμού. Το ερώτημα είναι αν θα έχει επικεφαλής τον Βενιαμίν Νετανιάχου ή κάποιον ηγέτη της Κεντροαριστεράς. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν οριακές διαφορές, με μία τάση ενίσχυσης των μικρών θρησκευτικών κομμάτων. Αν παραμείνει πρωθυπουργός ο Νετανιάχου θα συνεχιστεί η ίδια πολιτική, κάτι που δε θα κρύβει εκπλήξεις για τις ελληνο-ισραηλινές σχέσεις.
Έγκυροι αναλυτές σημειώνουν ότι και να υπάρξει κυβερνητική αλλαγή, βραχυπρόθεσμα δε θα επηρεαστούν αυτές οι σχέσεις. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα πολλά θα εξαρτηθούν από το πώς θα διαμορφωθούν οι σχέσεις της νέας ισραηλινής κυβέρνησης με την Τουρκία. Σήμερα, ως γνωστόν, βρίσκονται στο ναδίρ. Πάντως είναι λογικό η οικονομική-αμυντική συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ να συνεχιστεί απρόσκοπτα.
Εξίσου περιπεπλεγμένη είναι η κατάσταση στις ΗΠΑ με τις ενδιάμεσες εκλογές, οι οποίες μπορεί να σημάνουν το τέλος της μονοκρατορίας του Ντόναλντ Τραμπ. Αν συμβεί αυτό -που είναι και το πιθανότερο- είναι άγνωστο πώς θα αντιδράσει ο Αμερικανός Πρόεδρος.
Με δεδομένο τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του και τις περίπλοκες σχέσεις με βασικούς υπουργούς του, ίσως βρεθούν όχι μόνον οι ΗΠΑ, αλλά ολόκληρος ο πλανήτης μπροστά σε καταστάσεις ρευστότητας. Οι σχέσεις των Ρεπουμπλικάνων με το Δημοκρατικό Κόμμα είναι προβληματικές, κάτι που θα έχει τις επιπτώσεις του στη λειτουργία του νομοθετικού έργου της κυβέρνησης Τραμπ, αν χάσει την πλειοψηφία στη Γερουσία.
Αλλά και στο Δημοκρατικό Κόμμα οι ενδιάμεσες εκλογές είναι κρίσιμες, καθώς δοκιμάζεται η συνοχή του. Αν δυναμώσει η σοσιαλιστική πτέρυγά του, τότε το χάσμα στην αμερικανική πολιτική ζωή και στην κοινωνία θα βαθαίνει. Είναι δε κανόνας πως όταν επικρατεί σύγχυση στην πολιτική των ΗΠΑ, στο διεθνές πεδίο, οι αναθεωρητικές-επεκτατικές χώρες βρίσκουν έδαφος για να δράσουν, κάτι που θα πρέπει να το έχουμε υπ’ όψη.
Τέλος, υπάρχουν οι γαλλικές προεδρικές εκλογές. Όλα δείχνουν πως θα μονομαχήσουν, εκτός απροόπτου, τα δύο άκρα. Μαρί Λεπέν με Ζαν-Λίκ-Μελανσόν. Σε αυτό το ζευγάρι τα προγνωστικά δείχνουν μία άνετη νίκη της Λεπέν. Η περίπτωση η γκωλική Δεξιά να συνεργαστεί με την Κεντροδεξιά φαίνεται σήμερα δύσκολη, καθώς δεν υπάρχει μία ισχυρή προσωπικότητα για να ηγηθεί του χώρου.
Σημειωτέον, και αυτό είναι ενδιαφέρον, πως οι γαλλικές εκλογές ενδεχομένως να συμπέσουν με την προεκλογική περίοδο στην Ελλάδα. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Νέα Δημοκρατία το τελευταίο που θα ήθελε θα ήταν μία επικράτηση της Λεπέν, διότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ενισχύσει τα κόμματα που βρίσκονται στα δεξιά της. Ο αέρας μεταφέρεται εύκολα.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 04.10.2026