Το εορταστικό τριήμερο πέρασε, η θερμοκρασία λίγο έπεσε και εμείς επιστρέφουμε στις συνήθειες εργοστασιακές ρυθμίσεις, δηλαδή στον σχολιασμό της πολιτικής επικαιρότητας. Το μανιφέστο του Κώστα Καραμανλή στο Πολεμικό Μουσείο μάλλον δεν έτυχε της δέουσας προσοχής, αν και θα έπρεπε. Διετέλεσε πρωθυπουργός και ως εκ τούτου ακόμα και αυτά που δε λέει, δηλαδή η σιωπή του, στέλνουν πολιτικά μηνύματα, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν οι φίλοι του.
Πλέον είναι δίδυμο με τον Αντώνη Σαμαρά, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για το μέλλον αμφοτέρων. Αν θα αναμιχθεί ο Κώστας Καραμανλής πιο ενεργά στις πολιτικές εξελίξεις, δηλαδή αν θα προσπαθήσει να τις επηρεάσει, επ’ αυτού δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Οι αποστάσεις που έχει πάρει από τον Κυριάκο Μητσοτάκη κλιμακώνονται και αυτό δε γίνεται αυθόρμητα, επειδή προέκυψε από τα γεγονότα. Όπως και η υπερδεκαετής σιωπή του, ενώ η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έκανε τα όσα έκανε, και αυτή δεν ήταν τυχαία. Δεν οφειλόταν στην κόπωση της πενταετούς διακυβέρνησης του ούτε στην προετοιμασία της υπεράσπισης του έργου των κυβερνήσεων του.
Σταματώ εδώ διότι δε θέλω να αναπαράγω τα όσα λένε οι κακές γλώσσες. Πάντως να το γνωρίζουμε αυτό: Οι πρώην πρωθυπουργοί δεν αφήνουν τίποτα στην τύχη του. Αυτό αφορά και τον Αντώνη Σαμαρά, ενώ υπάρχει ένα ερωτηματικό για τον Γιώργο Παπανδρέου. Αυτός είναι πιο περίπλοκη υπόθεση. Είναι μία κατηγορία μόνος του.
Τελικά τι θέλει το δίδυμο Καραμανλή-Σαμαρά; Μα, φυσικά τη Νέα Δημοκρατία. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Μαγαζί τους είναι, νομίζουν πως αυτοί έχουν τα κλειδιά και τη σφραγίδα του και διεκδικούν τους τίτλους ιδιοκτησίας τους οποίους κρατά, επί δέκα συναπτά έτη, ο γιος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, τον οποίον ανέτρεψε, πάλαι ποτέ, το έτερον πολιτικό ήμισυ του Κώστα Καραμανλή. Και γίνεται απόπειρα η ιστορία να επαναληφθεί και στις μέρες μας.
Μην ψάχνετε για τη χαμένη ψυχή της παράταξης και όλα τα σχετικά. Αυτά λέγονται γιατί κάτι πρέπει να ειπωθεί. Εδώ μιλούμε για ένα παιχνίδι εξουσίας και πολιτικής επιβίωσης του διδύμου. Μία ακόμα εκλογική νίκη του Μητσοτάκη έχει στείλει αμφότερους στο πολιτικό περιθώριο, καθώς συν τοις άλλοις, περνούν και τα χρόνια.
Οι πρώην πρωθυπουργοί δεν αντέχουν την φθορά του χρόνου. Είτε το πείτε προσφορά προς την πατρίδα είτε γάντζωμα στην εξουσία, θέλουν να έχουν αυτοί τον τελευταίο και καθοριστικό ρόλο. Στη Νέα Δημοκρατία πίστεψαν πως με τον εθιμικό κανόνα όποιος πρωθυπουργός ηττάται στις εκλογές φεύγει, έλυσαν το εσωκομματικό τους πρόβλημα. Όμως το προαναφερθέν δίδυμο κάνει ζαβολιές. Θέλουν να επιστρέψουν, αν και έχασαν από Παπανδρέου και Τσίπρα.
Στο ΠΑΣΟΚ αυτό το αίσθημα της ιδιοκτησίας το ξεπέρασαν, όμως με πολλές απώλειες εκατέρωθεν. Το ΚΙΔΗΣΟ εξαϋλώθηκε και το Κίνημα μέχρι πρότινος εκινείτο στη ζώνη του λυκόφωτος. Προσφάτως άρχισε να αναλαμβάνει δυνάμεις, πέρασαν όμως δεκατέσσερα πέτρινα χρόνια.
Πάντως, και αυτό έχει τη σημασία του, ουδείς εκεί μέσα επικαλείται τίτλους ιδιοκτησίας ή δηλώνει πως κρατά τη σφραγίδα της Διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη. Ακόμη και οι «κηπουροί» παραιτήθηκαν από αυτήν την ιδιότητά τους. Συνεπώς ο Νίκος Ανδρουλάκης, προς το παρόν, μπορεί να αισθάνεται ασφαλής από γόνους, απογόνους, τιτουλάριους και κοντέσες. Μετά τις εκλογές, αβέβαιο το μέλλον του.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στη 01.11.2026