Πριν λίγες μέρες παρουσιάστηκε στη Μικρή Σκηνή στην Τούμπα το διπλό βινύλιο - ντοκουμέντο με τη ζωντανή ηχογράφηση μίας συναυλίας που έδωσε ο Νίκος Παπάζογλου στο θέατρο Δάσους το 1986. Το υλικό είχε σωθεί και φυλαχτεί από τη σύζυγο του τραγουδοποιού, Βαρβάρα, και ψηφιοποιήθηκε κυκλοφορώντας τελικά σε χίλια συλλεκτικά, αριθμημένα αντίτυπα τα οποία και διατίθενται σε επιλεγμένα δισκοπωλεία για όποιους ενδιαφέρονται.
Γιατί αφιερώνουμε το κυριακάτικο άρθρο μας σε αυτό το μουσικό γεγονός; Γιατί δεν είναι ένα απλό μουσικό γεγονός αλλά έχει πολιτισμικές και ιστορικές προεκτάσεις για μία πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη που έχει παράδοση στην γέννηση και ανάδειξη καλλιτεχνών.
Από τη μία, λοιπόν, είναι ωραίο που διασώθηκε ένα ντοκουμέντο μουσικό. Μία συναυλία στο θέατρο Δάσους που μας γύρισε πίσω στον χρόνο, στο 1986, όταν το «Μέσω νεφών» ήταν ακόμη ακυκλοφόρητο άλμπουμ και ο Παπάζης παρουσίαζε στο κοινό αποσπάσματά του ως «ολόφρεσκα τραγούδια». Η χροιά της φωνής του «Πους - πουλ», τα σόλο των μουσικών του, η «αύρα» του Δάσους, όλα γεννούν συναισθήματα και μας επιστρέφουν σε μία γόνιμη εποχή για τους καλλιτέχνες και τα σχήματα της πόλης υπενθυμίζοντάς μας πόσα σημαντικά πράγματα συνέβησαν εδώ και άρα πόσα ακόμα μπορούν να συμβούν αν το προσπαθήσουμε.
Ακόμα και η επιλογή να κυκλοφορήσει το υλικό μόνο σε βινύλιο καταφέρνει και μετατοπίζει την εμπειρία από την απλή ακρόαση (όπου θα έλεγε κανείς πως ίσως δεν είναι και τόσο εντυπωσιακή δεδομένων των μέσων ηχογράφησης εκείνης της εποχής) στη συλλεκτική αξία του αντικειμένου, στην ομορφιά του, στην αισθητική του ίδιου του βινυλίου ως παλαιό πια φυσικό προϊόν ήχου.
Από την άλλη, σκέφτομαι και αναρωτιέμαι και για τη δική σας άποψη, μάλλον είναι η ώρα να κάνουμε την αυτοκριτική μας ως άνθρωποι του πολιτισμού της Θεσσαλονίκης για τη διαχείριση όλων αυτών των ιστορικών καλλιτεχνικών ντοκουμέντων. Γιατί το στούντιο του Νίκου Παπάζογλου έκλεισε και δεν μετατράπηκε, έστω, σε ένα μουσείο μουσικής;
Πάλι καλά που ο χώρος είναι σήμερα μουσική σκηνή. Κινδύνεψε να γίνει σούπερ μάρκετ. Για ένα διάστημα ήταν ποδηλατάδικο. Γιατί χάνονται τόσα ιστορικά ντοκουμέντα καλλιτεχνών που -μοιραία πια- φεύγουν από τη ζωή; Γιατί δε χρηματοδοτούνται ιστορικές έρευνες για τη μουσική στη Θεσσαλονίκη από τον 16ο-17ο αιώνα μέχρι σήμερα;
Εκείνο το βράδυ πριν 10 μέρες που παρουσιάστηκε το διπλό βινύλιο του Νίκου Παπάζογλου, η Μικρή Σκηνή ήταν γεμάτη νέα παιδιά. Παραφράζω τον στίχο του Γιώργου Ανδρέου (που στην ηχογράφηση της συναυλίας του 1986 έπαιζε πιάνο στην ορχήστρα) και λέω: «Όλα Νίκο Παπάζογλου είναι εδώ. Όπως τα άφησες εσύ κι όπως τα ξέρεις…».
Όλα συνεχίζονται όπως αυτός ο τύπος με το τζιν πουκάμισο και το κόκκινο φουλάρι, ως δάσκαλος, πρότυπο αλλά και απλός συνοδοιπόρος, τα άφησε στους επόμενους. «Όλα αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν». Λίγη αγάπη χρειάζεται, λίγο μεράκι και λίγη συναίσθηση της αξίας του πολιτισμού στο κάθε μέρα μας. Η Θεσσαλονίκη οφείλει κομμάτι της ταυτότητάς της στον Νίκο Παπάζογλου. Και οφείλει και μία συναυλία στη μνήμη του. Μία εμπεριστατωμένη αναφορά στο έργο του για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι.
Ο Παπάζογλου δεν ήταν απλώς ένας δημιουργός που έφτιαξε ένα σημαντικό ή πολύ σημαντικό μουσικό έργο. Ο Παπάζογλου πρωτίστως ήταν ένας Θεσσαλονικιός που συνειδητοποίησε και με τις πράξεις του δίδαξε και μας τους υπόλοιπους ότι η πολιτεία αυτή πρέπει να είναι αυτάρκης, να μην έχει καμία ανάγκη την πρωτεύουσα για να δημιουργήσει.
Ως μάστορας και χειρονάκτης ο ίδιος, προτίμησε όλα όσα χρειάζονταν για να είναι αυτάρκης, να τα φτιάξει μόνος του, με τα χέρια του. Περισσότερα από 15 χρόνια μετά το θάνατό του, η ανεξαρτησία και η αυτάρκεια παραμένει για τη Θεσσαλονίκη το σημαντικότερο ζητούμενο. Ας γίνουμε όλοι, δάσκαλοι και γιατροί, δικηγόροι και μουσικοί, εστιάτορες, μηχανικοί και -φυσικά- οι πολιτικοί, λίγο περισσότερο «χειρονάκτες» όπως ο Παπάζογλου.
Ας φτιάξουμε μόνοι το δικό μας στούντιο για να μην έχουμε ανάγκη την Αθήνα. Ας κολλάμε μόνοι τις αφίσες κι ας κάνουμε μόνοι τις συναυλίες μας. Ίσως έτσι μας προσέξουν περισσότερο. Αυτά θα μας έλεγε σήμερα αν ζούσε ο «ινδιάνος από την Τούμπα».
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 25.10.2026