Όταν ανεβοκατεβαίνουν οι πήχεις… Του Δημήτρη Κατσαντώνη

Η δική μου ανάγνωση των αριθμών δείχνει διαρκή συρρίκνωση των πιθανοτήτων να στέρξουν οι «θυμωμένοι» την παρούσα κυβέρνηση

Η φιλολογία που άνθισε στη δημόσια σφαίρα μετά τη δήλωση του πρωθυπουργού περί 25% οφείλεται κυρίως, κατά τη γνώμη μου, στο γεγονός ότι όχι μόνο έθεσε ο ίδιος το όριο της ενδεχόμενης αμφισβήτησής του αλλά και ότι αναπροσάρμοσε προς τα κάτω τις minimum επιδιώξεις του κυβερνώντος κόμματος.

Προφανώς, είναι αποτέλεσμα του πώς «διαβάζει» το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης με τη βοήθεια βέβαια των ερευνών κοινής γνώμης (ποιοτικών και ποσοτικών) -υποθέτω με βάση τις προθέσεις ψήφου και όχι τις εκτιμήσεις εκλογικού αποτελέσματος, στις οποίες ούτε ο ίδιος, κατά πάσα πιθανότητα, δίνει ιδιαίτερη προσοχή.

Εξάλλου, το μάθημα των Ευρωεκλογών είναι νωπό όπου οι λεγόμενες εκτιμήσεις ψήφου (και συμπτωματικά η προσδοκία- στόχος της ΝΔ) ήταν το 33% αλλά η πραγματική κάλπη έδωσε 28,5% περίπου και ανέδειξε ένα υψηλό ποσοστό πρώην υποστηρικτών της που κινήθηκαν πιο δεξιά. Όλες οι μετρήσεις δείχνουν πως η συντριπτική πλειοψηφία αυτών, «δεν επιστρέφει στο μαντρί». Τουλάχιστον, με την παρούσα κατάσταση…

Ίσως γι’ αυτό, η δήλωση απέπνεε κάποια ανησυχία ή και εκνευρισμό. Στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε, όμως, έξυπνα για να διαμορφώσει και να εντείνει ένα κλίμα μετεκλογικής αβεβαιότητας το οποίο διευκολύνει το κυβερνητικό κόμμα να θέσει το εκλογικό δίλημμα που επιζητεί: Σταθερότητα ή περίπλοκη κατάσταση;

Συνεπώς, βασικός στόχος των λεχθέντων από τον πρωθυπουργό ήταν η συσπείρωση δυνάμεων ώστε «τουλάχιστον να μην πέσουμε κάτω από το 25%». Μία έκκληση συσπείρωσης προς δύο κατευθύνσεις: Η πρώτη, σε κεντρογενείς οι οποίοι αποστασιοποιούνται από τις πολιτικές της κυβέρνησης αλλά αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό την επόμενη ημέρα της «αβεβαιότητας» και η δεύτερη, προς μία μερίδα (πολύ) προβληματισμένων παραδοσιακών οπαδών της ΝΔ να μην αφήσουν την παράταξη «να πέσει χαμηλά». Η δική μου ανάγνωση των αριθμών δείχνει διαρκή συρρίκνωση των πιθανοτήτων να στέρξουν οι «θυμωμένοι» την παρούσα κυβέρνηση.

Αλλά επειδή το παραταξιακό ένστικτο εδράζεται κυρίως στο θυμικό κανείς δεν ξέρει πραγματικά τι θα αποφασίσει πάνω στην κάλπη ο «απογοητευμένος δεξιός». Θα βρεθεί σε ψυχολογικό δίλημμα αν θα τιμωρήσει το «κόμμα που πρόδωσε την παράταξη» και θα οδηγηθεί σε άλλες επιλογές πιο κοντά στην παραδοσιακή του ταυτότητα ή αν θα πάρει μία προσωπική απόφαση να στηρίξει, έστω με βαριά καρδιά, την παράταξή του θεωρώντας πως κάθε άλλη επιλογή είναι «μία απιστία».

Οι επιλογές των ψηφοφόρων αυτού του είδους είναι πολύ δύσκολο να προεξοφληθούν.

Κι εδώ έρχεται, η άλλη πλευρά της στόχευσης της δήλωσης του πρωθυπουργού (και της διαχείρισης της): Να περιορίσει την αυξανόμενη απήχηση άλλων φωνών από την ευρύτερη παράταξη (κυρίως του κόμματος Σαμαρά) που διεισδύουν αξιοσημείωτα στην παραδοσιακή βάση της ΝΔ. Επισείοντας το «όνειδος» της πτώσης κάτω από το 25%, ουσιαστικά δείχνει το κόμμα του πρώην πρωθυπουργού ως «δολιοφθορέα της παράταξης» (για να θυμηθούμε ανάλογη δήλωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1977 για την ΕΠΕΝ).

Παράλληλα, η δήλωση στοχεύει και τους εσωκομματικούς αμφισβητίες, ώστε να ανοίξουν τα χαρτιά τους για το κρίσιμο εκλογικό όριο στο οποίο θα θέσουν ζήτημα ηγεσίας. Δεδομένου ότι το 25% είναι ένα επιτεύξιμο ποσοστό ακόμα και μετά από ένα δύσκολο χειμώνα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ο κ. Μητσοτάκης ουσιαστικά τους ρωτά: «εσείς, τι λέτε;».

Περίπλοκη κατάσταση. Και βρισκόμαστε αρκετούς μήνες πριν τις εκλογές…


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 18.10.2026

ESPA