Όταν ζω για τους άλλους και όχι για μένα. Της Φωτεινής Καμπουρίδου

Η πραγματική ισορροπία βρίσκεται στην ικανότητα να αγαπάμε χωρίς να χάνουμε τον εαυτό μας, να προσφέρουμε χωρίς να εξαντλούμαστε και να σεβόμαστε τους άλλους χωρίς να ακυρώνουμε τη δική μας υπόσταση

Φωτεινή Καμπουρίδου
Γράφει Φωτεινή Καμπουρίδου MSc Counseling & Psychology - Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας και Επαγγελματικού Προσανατολισμού

Στη σύγχρονη κοινωνία, ο άνθρωπος καλείται καθημερινά να ανταποκριθεί σε πολλαπλές απαιτήσεις και προσδοκίες. Η οικογένεια, οι φίλοι, η εργασία και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνουν ένα πλαίσιο υποχρεώσεων μέσα στο οποίο συχνά καλείται να λειτουργήσει.

Ωστόσο, όταν η προσπάθεια να ικανοποιούμε τους άλλους γίνεται προτεραιότητα εις βάρος των προσωπικών μας αναγκών, επιθυμιών και αξιών, τότε ανακύπτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: Κατά πόσο ζούμε πραγματικά τη δική μας ζωή ή απλώς προσπαθούμε να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες των γύρω μας;

Το να ενδιαφέρεται κανείς για τους άλλους αποτελεί αναμφισβήτητα μία σημαντική ανθρώπινη αρετή. Η ενσυναίσθηση, η αλληλεγγύη, η προσφορά και ο σεβασμός συνιστούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για τη δημιουργία υγιών διαπροσωπικών σχέσεων. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μία λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ανιδιοτελή προσφορά και στην αυτοπαραίτηση.

Όταν κάποιος αισθάνεται υποχρεωμένος να είναι διαρκώς διαθέσιμος, να αποφεύγει τις συγκρούσεις και να ικανοποιεί κάθε απαίτηση, ενδέχεται σταδιακά να απομακρυνθεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Οι προσωπικές του επιθυμίες περνούν σε δεύτερη μοίρα, ενώ η ανάγκη για αποδοχή καθορίζει τις αποφάσεις και τη συμπεριφορά του και κατ’ επέκταση και την αυτοπεποίθηση του.

Συχνά, η συγκεκριμένη στάση πηγάζει από τον φόβο της απόρριψης, της μοναξιάς ή της απογοήτευσης των ανθρώπων που αγαπάμε. Η ανάγκη να αισθανόμαστε χρήσιμοι και αποδεκτοί μπορεί να μας οδηγήσει στην πεποίθηση ότι η αξία μας εξαρτάται από το πόσα προσφέρουμε και από το πόσο ευχαριστημένοι είναι οι άλλοι μαζί μας.

Έτσι, μαθαίνουμε να λέμε «ναι» ακόμη και όταν θέλουμε να πούμε «όχι», να καταπιέζουμε τα συναισθήματά μας και να εγκαταλείπουμε προσωπικές ανάγκες αλλά και τα «θέλω» μας προκειμένου να μη δυσαρεστήσουμε κανέναν. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, αυτή η συμπεριφορά μπορεί να προκαλέσει συναισθηματική εξάντληση, εσωτερική δυσαρέσκεια και απώλεια της προσωπικής μας ταυτότητας.

Οι συνέπειες δεν περιορίζονται μόνο στην ψυχολογική μας κατάσταση. Όταν παραμελούμε συστηματικά τον εαυτό μας, οι σχέσεις μας (διαπροσωπικές, επαγγελματικές, οικογενειακές) ενδέχεται να γίνουν άνισες και να βασίζονται περισσότερο στην υποχρέωση παρά στην αμοιβαία εκτίμηση. Η συνεχής προσφορά χωρίς προσωπικά όρια μπορεί να δημιουργήσει απογοήτευση, καθώς οι άλλοι συνηθίζουν να θεωρούν δεδομένη τη διαθεσιμότητά μας.

Παράλληλα, είναι πιθανό να αγανακτούμε απέναντι στους ανθρώπους που προσπαθούμε να ευχαριστήσουμε, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε και εμείς την ευθύνη να εκφράζουμε τις ανάγκες μας και να προστατεύουμε τον προσωπικό μας χώρο.

Η ουσιαστική αλλαγή ξεκινά από την αυτογνωσία και την αποδοχή του δικαιώματός μας να υπάρχουμε ως αυτόνομες προσωπικότητες. Το να θέτουμε όρια δεν σημαίνει ότι γινόμαστε εγωιστές ή αδιάφοροι. Αντίθετα, σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε πως οι ανάγκες μας έχουν την ίδια σημασία με τις ανάγκες των άλλων.

Η δυνατότητα να αρνούμαστε κάτι χωρίς ενοχές, να διεκδικούμε χρόνο για τον εαυτό μας και να επιλέγουμε σύμφωνα με τις ανάγκες μας τι είναι αυτό που πραγματικά θέλουμε, αποτελεί βασικό στοιχείο συναισθηματικής ωριμότητας. Η «ικανοποίηση» του εαυτού μας δεν είναι πολυτέλεια, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορούμε να προσφέρουμε στους άλλους με ειλικρίνεια και ουσιαστική διάθεση.

Συμπερασματικά, το να ζούμε για τους άλλους και όχι για εμάς μπορεί να μοιάζει με έκφραση αγάπης, αλλά όταν συνοδεύεται από τη διαρκή παραμέληση των προσωπικών μας αναγκών, καταλήγει να μας απομακρύνει από την αυθεντικότητά μας. Η πραγματική ισορροπία βρίσκεται στην ικανότητα να αγαπάμε χωρίς να χάνουμε τον εαυτό μας, να προσφέρουμε χωρίς να εξαντλούμαστε και να σεβόμαστε τους άλλους χωρίς να ακυρώνουμε τη δική μας υπόσταση.

Άλλωστε, η ζωή δεν είναι μία αδιάκοπη προσπάθεια να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες των γύρω μας, αλλά μία προσωπική διαδρομή που απαιτεί θάρρος, αυτοσεβασμό και συνειδητές επιλογές. Μόνο όταν μάθουμε να ακούμε πραγματικά τον εαυτό μας, μπορούμε να δημιουργήσουμε σχέσεις που βασίζονται στην ελευθερία, στην αμοιβαιότητα και στην αληθινή αγάπη.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 25.10.2026

ESPA