Πάει, πέρασε και αυτό. Του Σάκη Μουμτζή

Η δημοσκόπηση της εταιρείας GPO, που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου, έχει δύο ενδιαφέροντα στοιχεία

Σάκης Μουμτζής
Γράφει Σάκης Μουμτζής Συγγραφέας

Τσίμπησε δύο μονάδες η Νέα Δημοκρατία -καβάντζαρε το 30%- κάτι εισέπραξε και ο Τσίπρας και περιμένουμε να δούμε στις δημοσκοπήσεις της άλλης εβδομάδας τα κέρδη του ΠΑΣΟΚ. Μοίρασαν λεφτά, κέρδισαν ποσοστά. Το έργο αυτό το βλέπουμε κοντά σαράντα χρόνια και δεν ξέρω τι νόημα έχει πλέον.

Προφανώς αυτό το παιχνίδι βολεύει ένα ολόκληρο σύστημα από πολιτικούς, δημοσιογράφους και κάθε λογής παρατρεχάμενους. Οι δε πορείες και οι διαδηλώσεις έχουν γίνει το ντεκόρ των εγκαινίων της ΔΕΘ. Εγκαίνια χωρίς διαδηλωτές και ΜΑΤ δε νοούνται.

Η δημοσκόπηση της εταιρείας GPO, που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου, έχει δύο ενδιαφέροντα στοιχεία. Το 36% βρήκε ικανοποιητικές τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού και ένα 44% επαρκώς κοστολογημένες.

Αντίστοιχα τα ποσοστά για τον Αλ. Τσίπρα ήταν 24% και 20%. Το ερώτημα είναι αν αυτοί οι δημοσκοπικοί δείκτες έχουν κάποιο νόημα 7-8 μήνες πριν από τις εκλογές. Αποτυπώνουν μία τάση η οποία προφανώς ενδέχεται να αλλάξει στον δρόμο προς την κάλπη.

Οι παράγοντες που μπορεί να παρεμβληθούν δεν είναι λίγοι, με προεξάρχοντα αυτόν των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Δεν είναι μόνον το ενδεχόμενο μίας οποιασδήποτε μορφής εμπλοκής, είναι και το πόσο θα συμβάλλει αυτή η ανησυχητική προοπτική στη διαμόρφωση της εκλογικής συνείδησης των πολιτών. Το φάσμα της ακυβερνησίας θα επηρεάσει άραγε το αποτέλεσμα των εκλογών; Οι υπαρκτοί κίνδυνοι καθιστούν υπαρκτά και τα διλήμματα που τους συνοδεύουν.

Η αντιπολίτευση συνολικά είναι ολοφάνερο ότι δεν μπορεί να αρθρώσει έναν πειστικό λόγο απέναντι στα κυβερνητικά πεπραγμένα. Και αυτό φαίνεται και στην προαναφερθείσα δημοσκόπηση. Περί το 15% δε γνωρίζει ακόμη τι θα ψηφίσει ή δεν απαντά.

Υψηλό ποσοστό, αν λάβουμε υπ’ όψη πως βρισκόμαστε ουσιαστικά σε προεκλογική περίοδο. Αυτή η αδυναμία της αντιπολίτευσης δε βοηθά και τη συσπείρωση των φίλων του κυβερνώντος κόμματος. Όταν η απειλή δεν είναι ορατή, τότε επικρατεί μία χαλαρότητα η οποία, αν εκδηλωθεί και στην κάλπη, θα ανατρέψει τον σχεδιασμό του Μεγάρου Μαξίμου για αυτοδυναμία από μία και μοναδική εκλογική αναμέτρηση. Ένας σχεδιασμός που, ούτως ή άλλως, ήδη παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες.

Για την κυβέρνηση, όλα δείχνουν πως το βασικό της πρόβλημα είναι η φθορά που έφεραν τα οκτώ χρόνια εξουσίας. Αναμφίβολα η έλλειψη εναλλακτικής αμβλύνει αυτό το πρόβλημα, όμως ουδείς γνωρίζει επί της κάλπης πώς θα αντιδράσει μία κρίσιμη μάζα πολιτών. Αυτό ακριβώς φοβίζει την κυβέρνηση και προσπαθεί με παροχές να αλλάξει αυτό το κλίμα. Πάντως είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως με τις παροχές ποτέ δεν κερδήθηκαν εκλογές.

Το άλλο σημαντικό πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου είναι η κλασική συμπεριφορά των υπουργών κατά την προεκλογική περίοδο να «κατεβάζουν τα μολύβια», κατά την προσφιλή έκφραση, και να ασχολούνται με την επανεκλογή τους.

Όμως ο χρόνος μέχρι τις εκλογές δεν είναι μικρός και ο κίνδυνος να παραλύσει η κυβέρνηση είναι υπαρκτός. Ο πρωθυπουργός απέκλεισε τον ανασχηματισμό, άλλωστε ποτέ δεν τους συμπαθούσε, και όπως φαίνεται ο ίδιος θα χειριστεί τέτοιες συμπεριφορές αν και όταν εμφανιστούν.

Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα πλήξουμε μέχρι την άνοιξη του 2027, ευχόμενοι να μην υπάρξει μία έκρυθμη κατάσταση στις σχέσεις της πατρίδας μας με την Τουρκία. Τα μηνύματα πάντως είναι ανησυχητικά.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 12-13.09.2026

ESPA