Πάλι θα φταίνε οι δημοσκόποι; Του Σάκη Μουμτζή

Όποιο κόμμα διαβάζει τις δημοσκοπήσεις με το κριτήριο αν είναι ευνοϊκές γι’ αυτό, με μαθηματική ακρίβεια θα εξάγει λάθος συμπεράσματα

Σάκης Μουμτζής
Γράφει Σάκης Μουμτζής Συγγραφέας

Όταν δεν μας αρέσει το μήνυμα σκοτώνουμε τον αγγελιοφόρο. Είναι μία ασφαλής συνταγή ήττας. Αυτό παθαίνουν όλα τα κόμματα όταν για τις προβληματικές επιδόσεις τους ρίχνουν τις ευθύνες στους δημοσκόπους.

Οι δημοσκόποι καταγράφουν ό,τι δείχνει η έρευνά τους, αν και στην περίπτωση των εθνικών εκλογών του 2023 παραδέχθηκαν πως δεν θέλησαν να εμφανίσουν τα ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοσκοπήσεις για να μην κατηγορηθούν πως επηρέασαν το εκλογικό αποτέλεσμα.

Τότε, το 2022, δηλαδή έναν χρόνο πριν από τις εκλογές, όλες οι δημοσκοπήσεις κατέγραφαν τη δύναμη της Νέας Δημοκρατίας στην πρόθεση ψήφου -όχι στην εκτίμηση ψήφου- στην περιοχή του 32%. Μετά από έναν χρόνο έλαβε άνω του 40%.

Σήμερα, επίσης έναν χρόνο πριν από τις εθνικές εκλογές, η δύναμη της Νέας Δημοκρατίας στην πρόθεση ψήφου κινείται στην περιοχή του 24-25%. Υπάρχει δηλαδή σε σχέση με το 2022 μία απώλεια 7-8 μονάδων.

Αν η διάθεση του εκλογικού σώματος κινηθεί όπως και το 2023, τότε πιθανολογείται πως η Νέα Δημοκρατία θα λάβει περί το 32-33% στις εκλογές του 2027. Φυσικά τέτοιοι υπολογισμοί ενέχουν το ρίσκο της αυθαιρεσίας, αλλά στις εκτιμήσεις μας θα πρέπει να στηριζόμαστε σε κάποια δεδομένα, έστω ευμετάβλητα.

Σήμερα ουδείς φίλος της Νέας Δημοκρατίας, ακόμα και ο πιο αισιόδοξος, δεν μιλά για αυτοδυναμία στις εκλογές. Όμως, αν τελικά επιτευχθεί αυτό το 32-33% αποτελεί ένα ισχυρό εφαλτήριο για την αυτοδυναμία στις δεύτερες εκλογές.

Τότε, υπό την προοπτική της αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης, θα υπάρξει πίεση στα όμορα προς τη Νέα Δημοκρατία κόμματα, έτσι ώστε ένα 36-37% να βρίσκεται μέσα στη λογική των πραγμάτων.

Και όλα αυτά αν δεν αλλάξει ο εκλογικός νόμος, με την επαναφορά του νόμου Παυλόπουλου, δηλαδή την πριμοδότηση του πρώτου κόμματος με το μπόνους των 50 εδρών, εφάπαξ και όχι κλιμακωτά.

Όποιο κόμμα διαβάζει τις δημοσκοπήσεις με το κριτήριο αν είναι ευνοϊκές γι’ αυτό, με μαθηματική ακρίβεια θα εξάγει λάθος συμπεράσματα και οι καταγγελίες κατά των δημοσκόπων δε θα του λύσουν το πρόβλημα. Το πάθημα των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει γίνει μάθημα σε νεοσσούς της πολιτικής. Με απλά λόγια, μην πυροβολείτε τους δημοσκόπους.

Η διαδρομή όλων των σχετικών εταιρειών από το 1981 και μετά, έχει ελάχιστες αποτυχίες, με πιο κραυγαλέα αυτή του 2023 όταν υπερεκτιμούσαν τη δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ. Ή να το θέσω όπως ακριβώς το είπαν οι ίδιοι οι δημοσκόποι: έβλεπαν το ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό του και φοβούνταν να το δημοσιεύσουν.

Είναι πολύ νωρίς να κάνουμε σχετικές εκτιμήσεις, θα είναι πιο πολύ μαντεψιές, καθώς αγνοούμε το βασικότερο: Πόσα κόμματα τελικά θα συμμετάσχουν στις εκλογές. Αναμένουμε νέες αφίξεις, αλλά δεν γνωρίζουμε πόσες και πότε.

Με τα υπάρχοντα δεδομένα και την ανάλυσή τους θα μπορούσαμε να πούμε πως οι δεύτερες εκλογές αποτελούν την ανομολόγητη στρατηγική του κυβερνώντος κόμματος. Ανομολόγητη, διότι διαφορετικά θα οδηγούσε σε μια πρωτοφανή σε χαλαρότητα ψήφο στις πρώτες εκλογές και άντε μετά να το συμμαζέψουν.

Και το ΠΑΣΟΚ, αντί να τα βάζει με τους δημοσκόπους, καλόν είναι να αναρωτηθεί τι φταίει και η βελόνα δε λέει να κουνηθεί. Διότι αλλιώς θα πάθει ΣΥΡΙΖΑ!

ESPA