Ζούμε σε μία εποχή όπου όλοι μιλούν, αλλά λίγοι πραγματικά ακούν. Στα κοινωνικά δίκτυα, στις παρέες, ακόμη και μέσα στις οικογένειές μας, μία διαφορετική άποψη μπορεί γρήγορα να μετατρέψει τη συζήτηση σε αντιπαράθεση. Και τότε γεννιέται ένα δύσκολο ερώτημα: Μέχρι πού οφείλουμε να επιμένουμε στον διάλογο;
Ο Απόστολος Παύλος, στο Αποστολικό ανάγνωσμα της αυριανής Κυριακής Δ’ Λουκά (Τίτ. 3, 8-15) δίνει στον μαθητή του, Απόστολο Τίτο μια συμβουλή που αρχικά ακούγεται σκληρή: «Τον αιρετικό άνθρωπο, ύστερα από μία και δεύτερη νουθεσία, να τον αποφεύγεις, γνωρίζοντας ότι ένας τέτοιος άνθρωπος έχει διαστραφεί και αμαρτάνει, καταδικάζοντας ο ίδιος τον εαυτό του» (Τίτ. 3,10-11).
Μας προτρέπει, άραγε, να απορρίπτουμε ανθρώπους επειδή διαφωνούν μαζί μας; Ασφαλώς όχι. Ο Χριστός είναι ξεκάθαρος: «Να αγαπάτε τους εχθρούς σας και να προσεύχεστε για εκείνους που σας καταδιώκουν» (Ματθ. 5,44). Η χριστιανική αγάπη δεν σταματά εκεί όπου αρχίζει η διαφωνία.
Ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί για κάτι διαφορετικό: για τη στιγμή κατά την οποία ο διάλογος παύει να αναζητά την αλήθεια και γίνεται πείσμα, φανατισμός και σύγκρουση. Γι’ αυτό και ζητά να αποφεύγονται οι ανόητες αντιπαραθέσεις και οι φιλονικίες, επειδή είναι «ανώφελες και μάταιες» (Τίτ. 3,9).
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το χωρίο, αναρωτιέται: «Γιατί να κοπιάζεις μάταια; Γιατί να χτυπάς τον αέρα;». Όταν κάποιος έχει κλείσει κάθε δρόμο επικοινωνίας, η ατέρμονη αντιπαράθεση δεν τον θεραπεύει· συχνά, μάλιστα, τον κάνει περισσότερο αδιάλλακτο (PG 62, 697-698).
Ο ιερός Χρυσόστομος δεν εισηγείται, ασφαλώς, την περιφρόνηση ή την εγκατάλειψη του άλλου, αλλά τη διάκριση. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η επιμονή μας, αντί να οικοδομεί τη σχέση, οξύνει την αντίθεση. Τότε η σιωπή και η αποφυγή της σύγκρουσης δεν αποτελούν αδιαφορία, αλλά έκφραση πνευματικής ωριμότητας: Είναι η συνειδητή επιλογή να αφήσουμε χώρο στον άλλον -στον άνθρωπο διαφορετικής θρησκείας, κουλτούρας ή πεποιθήσεων- ώστε η χάρη του Θεού να ενεργήσει εκεί όπου τα δικά μας λόγια δεν μπορούν πλέον να φτάσουν.
Χρειάζεται, όμως, πάντοτε διάκριση. Ακόμη και όταν έχουμε δίκιο, μπορούμε με τον τρόπο μας να αδικήσουμε τον άλλον. Η ειρωνεία, η προσβολή, η επιθετικότητα και η απαξίωση δεν οδηγούν κατ’ ανάγκην στην αλήθειαꞏ αντίθετα, μπορεί να προκαλέσουν μεγαλύτερη αντίδραση, θυμό και απομάκρυνση, οδηγώντας τον τελικά στην αμαρτία. Δεν αρκεί, επομένως, να αναρωτιόμαστε αν αυτό που λέμε είναι σωστό. Χρειάζεται να σκεφτόμαστε και τι προκαλεί στον άλλον ο τρόπος με τον οποίο το λέμε, χωρίς να ξεχνάμε ότι κάθε άνθρωπος παραμένει εικόνα του Θεού και, για αυτό, αποδέκτης της αγάπης μας.
Αυτό ίσως χρειάζεται περισσότερο να ακούσει ο σύγχρονος άνθρωπος από την Εκκλησία σήμερα: Όχι έναν λόγο φοβικό ή επιθετικό, αλλά μια μαρτυρία που συνδυάζει καθαρότητα πίστεως και ανοιχτή καρδιά. Ο Παύλος ζητά ακόμη και η διόρθωση εκείνων που αντιτίθενται να γίνεται «με πραότητα» (Β’ Τιμ. 2,25).
Η αλήθεια, λοιπόν, δεν έχει ανάγκη από φωνές. Και η πίστη δεν χρειάζεται εχθρούς για να επιβεβαιωθεί. Χρειάζεται ανθρώπους που ξέρουν τι πιστεύουν, αλλά γνωρίζουν και να αγαπούν. Γιατί χριστιανική μαρτυρία σημαίνει να μη θυσιάζουμε την αλήθεια στο όνομα της αγάπης, αλλά ούτε και την αγάπη στο όνομα της αλήθειας.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 11.10.2026