Σκουριές 2026. Του Νίκου Οικονόμου

Πέρασαν πάνω από 30 χρόνια από την εκκίνηση της επένδυσης και εδώ είναι που ισχύει «το κάλλιο αργά παρά ποτέ»

Νίκος Οικονόμου
Γράφει Νίκος Οικονόμου Δημοσιογράφος

Ήταν λίγο πριν το καλοκαίρι το 1999 όταν για πρώτη φορά και για τις ανάγκες του ρεπορτάζ βρέθηκα στην Ολυμπιάδα. Εκεί όπου η καναδική εταιρεία TVX Gold και η ελληνική θυγατρική της TVΧ Ελλάς είχαν αναλάβει από τον Δεκέμβριο του 1995 τα δικαιώματα εκμετάλλευσης των μεταλλίων Κασσάνδρας.

Ακόμη και σήμερα θυμάμαι μία γκρίζα εικόνα από εκείνη την επίσκεψη: Μαύρα πανό κρεμασμένα παντού, αναβρασμός στα χωριά και στο εργοτάξιο, η εταιρεία να τα έχει ελαφρώς χαμένα και ο κόσμος να είναι απόλυτα διχασμένος.

Αυτή ήταν η εικόνα και τα επόμενα χρόνια μέχρι που το 2002 το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε απόφαση που ακύρωνε τους περιβαλλοντικούς όρους για την επένδυση χρυσού, γεγονός που ανάγκασε την καναδική εταιρεία μπροστά στα νομικά εμπόδια, τις κοινωνικές αντιδράσεις, αλλά και οικονομικές δυσκολίες να αποχωρήσει από την Ελλάδα.

Τα μεταλλεία πέρασαν στο ελληνικό δημόσιο και στη συνέχεια στην εταιρεία «Ελληνικός Χρυσός», η οποία ουσιαστικά ξεκίνησε την ανάπτυξη των έργων στην περιοχή για την παραγωγή χρυσού.

Δεν ήταν εύκολα τα επόμενα χρόνια. Και γιατί οι τοπικές αντιδράσεις δεν κόπασαν, και γιατί η καχυποψία εξακολουθούσε να υπάρχει, αλλά και γιατί καμία κυβέρνηση δεν έβαλε τα στήθη της μπροστά για να στηρίξει την επένδυση.

Με αυτή την έννοια δεν μπορεί κανείς παρά να καλωσορίσει τα εγκαίνια του νέου μεταλλείου χαλκού και χρυσού στις Σκουριές. Αν δεν ήταν ο Μητσοτάκης δύσκολα θα βλέπαμε την τελετή εγκαινίων της Πέμπτης, αλλά και όλο αυτό το εντυπωσιακό έργο.

Το εργοτάξιο στην Ολυμπιάδα παράγει χρυσό, το άλλο στο Στρατώνι έχει ουσιαστικά κλείσει, ενώ στις Σκουριές η παραγωγή χρυσού συνεχίζεται, ενώ ξεκίνησε η αντίστοιχη του χαλκού. Πρόκειται ίσως για τη μεγαλύτερη βιομηχανική επένδυση που έχει γίνει ποτέ στην Ελλάδα που ξεπερνά 2 δισ. δολάρια, η οποία έχει δημιουργήσει μέχρι στιγμής 5.000 θέσεις εργασίας, ενώ στην τελική της λειτουργία το μόνιμο προσωπικό θα φτάσει τους περίπου 3.000 εργαζόμενους, που θα πληρώνονται με μισθούς λίαν ικανοποιητικούς.

Όσο για το αποτύπωμα θα αφορά τους πάντες: Τη γενικότερη περιφερειακή ανάπτυξη (το βλέπει κανείς σήμερα στην περιοχή), την κρατική ενίσχυση (η πολιτεία θα εισπράττει μεταλλευτικά τέλη), αλλά και την ενίσχυση του Δήμου, καθώς έχει δρομολογηθεί ένα πολύ φιλόδοξο πρόγραμμα εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, το οποίο θα εισφέρει στον Δήμο πέραν των μεταλλευτικών τελών παραπάνω από 80 εκατομμύρια σε βάθος εικοσαετίας.

Και όλα αυτά για την παραγωγή του χαλκού που είναι απολύτως κρίσιμη πρώτη ύλη για την πράσινη μετάβαση, για τα κινητά τηλέφωνα και για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Χωρίς να ξεχνάμε και τη σημαντική παράμετρο της εκπαίδευσης και της κατάρτισης των νέων παιδιών της περιοχής που θα επιλέξουν να μπουν στην παραγωγική διαδικασία. Κάποιες ειδικότητες λείπουν και αναμένεται να βρεθούν μέσω προγράμματος της ΔΥΠΑ, έτσι ώστε να προκύψουν ακριβώς εκείνα τα επαγγέλματα, στα οποία σήμερα υπάρχουν ελλείψεις.

Πέρασαν πάνω από 30 χρόνια από την εκκίνηση της επένδυσης και εδώ είναι που ισχύει «το κάλλιο αργά παρά ποτέ».


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 11.10.2026

ESPA