Ζει μέσα μας ο Χριστός;

Μήνυμα Ελπίδας του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Φιλοθέου

Ζούμε σε μία εποχή που μας προτρέπει διαρκώς να αποδεικνύουμε την αξία μαςꞏ να επιτυγχάνουμε, να διακρινόμαστε, να ανταποκρινόμαστε σε προσδοκίες και απαιτήσεις. Ακόμη και η θρησκευτική ζωή κινδυνεύει κάποτε να μετατραπεί σε προσπάθεια αυτοδικαίωσης, σε κατάλογο υποχρεώσεων που θεωρούμε ότι μας εξασφαλίζουν την αποδοχή του Θεού.

Ο απόστολος Παύλος, όμως, στο Αποστολικό ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής (Γαλ. 2:16-20) ανατρέπει αυτή τη λογική: «ο άνθρωπος δεν δικαιώνεται από την τήρηση των έργων του νόμου, αλλά με την πίστη στον Ιησού Χριστό» (Γαλ. 2,16). Η σωτηρία δεν αποτελεί ατομικό κατόρθωμα ούτε ανταμοιβή θρησκευτικών επιδόσεων. Είναι δώρο της θείας αγάπης, που ο άνθρωπος καλείται να το αποδεχθεί ελεύθερα, κάνοντάς το τρόπο ζωής.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι πράξεις μας στερούνται σημασίας, αλλά ότι η αφετηρία της χριστιανικής ζωής είναι η σχέση με τον Χριστό και όχι η επιδίωξη ανταμοιβής ή ο φόβος της τιμωρίας. Γι' αυτό και ο Παύλος τονίζει ότι η επιστροφή σε μία θρησκευτικότητα που στηρίζεται αποκλειστικά στην εξωτερική συμμόρφωση θα σήμαινε ότι ξαναχτίζουμε όσα το Ευαγγέλιο ανέτρεψε (Γαλ. 2:18).

Η αποφασιστική αλλαγή περιγράφεται με μία συγκλονιστική ομολογία: «Εγώ, μέσω του νόμου, πέθανα ως προς τον νόμο, για να ζήσω για τον Θεό. Έχω σταυρωθεί μαζί με τον Χριστό» (Γαλ. 2:19-20). Δεν πρόκειται για άρνηση της προσωπικότητας, αλλά για την απελευθέρωσή της από την αυτάρκεια, τον εγωκεντρισμό και την αυτοαναφορικότητα. Ο άνθρωπος δεν χάνει τον εαυτό του όταν συναντά τον Χριστό, αλλά ανακαλύπτει το αληθινό περιεχόμενο της ύπαρξής του.

Γι᾽ αυτό και συνεχίζει λέγοντας ότι: «Δεν ζω πια εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός» (Γαλ. 2:20), διευκρινίζοντας ότι ζει την επίγεια ζωή του με πίστη στον Υιό του Θεού, που τον αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του γι' αυτόν (Γαλ. 2:20). Η πίστη γίνεται έτσι εμπειρία προσωπικής αγάπης, που μεταμορφώνει τη σχέση μας με τον Θεό και τους ανθρώπους.

Στην ίδια προοπτική, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στα «Κεφάλαια περί αγάπης» επισημαίνει: «Εκείνος που αγαπά τον Θεό δεν μπορεί παρά να αγαπά και κάθε άνθρωπο όπως τον εαυτό του» (Α’, 13). Και προσθέτει ότι η αγάπη εκδηλώνεται με την έμπρακτη ευεργεσία, τη μακροθυμία και την υπομονή προς τον πλησίον (Α’, 40).

Εδώ βρίσκεται και το κριτήριο της αυθεντικής εκκλησιαστικής ζωής. Δεν αρκεί να δηλώνουμε ότι πιστεύουμε στον Χριστόꞏ χρειάζεται να επιτρέπουμε στην παρουσία Του να μεταμορφώνει τις επιλογές μας, τις σχέσεις μας, τη στάση μας απέναντι στον αδύναμο, τον διαφορετικό, τον μοναχικό. Άλλωστε, ο ίδιος ο Κύριος μας βεβαιώνει: «Από αυτό θα γνωρίσουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας» (Ιω. 13:35). Η Εκκλησία, επομένως, δεν είναι χώρος επιβεβαίωσης της ατομικής μας ευσέβειας, αλλά κοινότητα ανθρώπων που μαθαίνουν να ζουν την αγάπη του Χριστού.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι μόνο αν πιστεύουμε στον Χριστό, αλλά αν αφήνουμε τον Χριστό να ζει μέσα μαςꞏ αν η παρουσία Του γίνεται συγχώρηση, αλληλεγγύη, προσφορά και άνοιγμα προς τον άλλον. Γιατί μόνο τότε η πίστη παύει να είναι απλώς θρησκευτική πεποίθηση και γίνεται ζωή. Η δική μας ζωή, μεταμορφωμένη από τη δική Του.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 25.10.2026

ESPA