Μία από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις γύρω από τη διαμεσολάβηση είναι ότι απευθύνεται σε ανθρώπους που απλώς «δεν έχουν μιλήσει αρκετά». Στις περισσότερες οικογενειακές διαφορές συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Όταν κάθε συζήτηση ακολουθεί την ίδια διαδρομή -κατηγορία, άμυνα, αντεπίθεση, αποχώρηση- το αποτέλεσμα είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένο.
Διαπραγμάτευση δεν σημαίνει υποχώρηση
Όμως η διαπραγμάτευση δεν είναι διαγωνισμός παραχωρήσεων. Είναι διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ο άνθρωπος που διαπραγματεύεται σωστά γνωρίζει τι θέλει, γιατί το θέλει, ποια συμφέροντα χρειάζεται να προστατεύσει, πού μπορεί να κινηθεί και πού όχι. Και γνωρίζει κάτι ακόμα σημαντικότερο: Ποια είναι η εναλλακτική του εάν δεν υπάρξει συμφωνία. Γιατί μόνο όταν γνωρίζουμε τι θα συμβεί αν φύγουμε από το τραπέζι μπορούμε να αξιολογήσουμε πραγματικά την πρόταση που βρίσκεται πάνω σε αυτό.
Ο δικηγόρος που ξέρει και να διαπραγματεύεται
Εδώ ο ρόλος του νομικού παραστάτη είναι καθοριστικός. Η γνώση του δικαίου είναι αυτονόητη. Αλλά δεν αρκεί πάντοτε για να οδηγήσει τον εντολέα στην καλύτερη δυνατή απόφαση. Ο δικηγόρος χρειάζεται να μπορεί να τον βοηθήσει να απαντήσει: «Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να προστατεύσω τα δικαιώματα και τα συμφέροντά μου;».
Κάποιες φορές η απάντηση θα είναι η δικαστική διεκδίκηση. Άλλες φορές θα είναι η διαπραγμάτευση. Η ικανότητα να διακρίνουμε τη μία περίπτωση από την άλλη είναι μέρος της νομικής στρατηγικής. Ο νομικός παραστάτης που γνωρίζει να διαπραγματεύεται δεν είναι λιγότερο μαχητικός για τον εντολέα του. Απλώς δεν μετρά τη μαχητικότητα από την ένταση της σύγκρουσης. Γνωρίζει πότε πρέπει να επιμείνει, πότε να διερευνήσει, πότε να προτείνει μια εναλλακτική λύση και -κυρίως- πότε πρέπει να συμβουλεύσει τον εντολέα του να μη συμφωνήσει.
Το να αποχωρήσει κάποιος από μία διαπραγμάτευση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η διαπραγμάτευση απέτυχε. Μπορεί να σημαίνει ότι τον βοήθησε να καταλάβει καλύτερα τι δεν πρέπει να αποδεχθεί.
Η δύναμη του «όχι»
Μιλάμε πολύ για την τέχνη τού να φτάνουμε στο «ναι». Εξίσου σημαντική όμως είναι η ικανότητα να λέμε ένα τεκμηριωμένο «όχι». Αυτό είναι επίσης καλή διαπραγμάτευση. Και εδώ φαίνεται η αξία τόσο του διαμεσολαβητή όσο και του νομικού παραστάτη. Ο πρώτος προστατεύει τη διαδικασία. Ο δεύτερος προστατεύει και συμβουλεύει τον εντολέα του.
Δεν χρειάζεται να συμφιλιωθούμε για να συμφωνήσουμε
Η οικογενειακή διαμεσολάβηση δεν είναι οικογενειακή συμφιλίωση. Δεν χρειάζεται οι δύο πλευρές να συγχωρήσουν η μία την άλλη. Δεν χρειάζεται να αποκαταστήσουν τη σχέση τους. Δεν χρειάζεται να φύγουν από τη διαδικασία ως φίλοι. Χρειάζεται μόνο να εξετάσουν αν υπάρχουν συγκεκριμένα ζητήματα για τα οποία μπορούν να πάρουν οι ίδιοι μια απόφαση αντί να την αναθέσουν σε κάποιον τρίτο.
Και αν τελικά δεν μπορούν; Τότε τουλάχιστον θα γνωρίζουν καλύτερα γιατί δεν συμφώνησαν, ποια είναι τα σημεία που τους χωρίζουν και ποιες είναι οι εναλλακτικές τους. Γιατί μία επιτυχημένη διαμεσολάβηση δεν είναι υποχρεωτικά εκείνη που τελειώνει με μία υπογραφή.
Ποιος θα αποφασίσει;
Ίσως λοιπόν, όταν κάποιος λέει: «Δεν έχω τίποτα να συζητήσω μαζί του», η σωστή ερώτηση να μην είναι: «Είστε βέβαιος;». Αλλά: «Αν δεν συζητήσετε, ποιος θα αποφασίσει τελικά για εσάς;».
Γιατί η ουσία της διαμεσολάβησης δεν βρίσκεται στην υποχρέωση να συμφωνήσουμε. Βρίσκεται στη δυνατότητα να συμμετέχουμε εμείς στην απόφαση που αφορά τη ζωή μας. Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό νόημα της καλής διαπραγμάτευσης: Να γνωρίζουμε πότε αξίζει να αγωνιστούμε για το «ναι» -και πότε πρέπει να έχουμε τη γνώση, την αυτοπεποίθηση και τη δύναμη να πούμε «όχι».
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 05-06.09.2026