Εδώ και καιρό, απέναντι στο κυβερνητικό αφήγημα περί δυναμικής ανάπτυξης της χώρας αντιτάσσεται η κριτική που μπορεί να συνοψιστεί στο ερώτημα «τότε, γιατί αυτό δε φαίνεται στην καθημερινότητα των πολιτών;».
Μία απάντηση σε αυτό ενδεχομένως να μπορεί να βρεθεί σε μία ανάλυση της Bank of America (BofA), που είδε σχετικά πρόσφατα το φως της δημοσιότητας στη χώρα μας («Καθημερινή», 12 Αυγούστου, Ελευθερία Κουρτάλη) και η οποία αφορούσε τις τέσσερις χώρες του Νότου της Ευρώπης (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία).
Σύμφωνα με την αμερικανική τράπεζα η Ελλάδα αποτελεί εξαίρεση από το success story των προβληματικών οικονομιών του 2010 ως προς τη διάρθρωση της ανάκαμψης: Η χώρα μας είναι η μόνη από τις τέσσερις στην οποία νοικοκυριά και επιχειρήσεις δεν έχουν βελτιώσει τους ισολογισμούς του, ενώ ο δημόσιος τομέας έχει βελτιωθεί σε αυτόν τον τομέα.
* Τα νοικοκυριά βρίσκονται εγκλωβισμένα στην αδυναμία αποταμίευσης και σε εισοδήματα που ακόμη δεν έχουν φτάσει στο επίπεδο του 2009 (θέμα που συχνά έχουμε θίξει- μεσαία τάξη χωρίς αποταμίευση δεν υφίσταται…).
* Οι ισολογισμοί των ελληνικών επιχειρήσεων παραμένουν αδύναμοι, μια και η βελτίωση της οικονομίας δεν επικεντρώνεται στην ευρύτερη χρηματοδότηση της οικονομίας ή την αποκατάσταση της μόχλευσης.
* Σε αντίθεση με την Ιταλία, την Ισπανία ή την Πορτογαλία, τα νοικοκυριά της Ελλάδας δεν έγιναν ποτέ, μετά την Κρίση, ένας ισχυρός τομέας καθαρής αποταμίευσης, αντανακλώντας την ασθενική δυναμική του εισοδήματος.
Επίσης, οι επιχειρήσεις έχουν γίνει «καθαροί οφειλέτες» μετά την πανδημία, δηλαδή βασίζονται στην εξωτερική χρηματοδότηση για να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Το τελικό αποτέλεσμα συνοψίζεται στο γεγονός ότι η εγχώρια βάση αποταμίευσης έχει καταστεί ασθενέστερη από ό,τι για τις υπόλοιπες χώρες.
Συνεπώς, η φιλολογία περί «μίρλας» και «παραδοσιακής γκρίνιας» ως μόνιμα χαρακτηριστικά της φυλής, μάλλον στέκει μετέωρη έναντι των αντικειμενικών δεδομένων.
Αν μάλιστα θέλουμε να μιλάμε για μία φιλελεύθερη κυβέρνηση που δίνει βάση στην ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και όχι στη συσσώρευση δημόσιου χρήματος για διανομή μέσω επιδομάτων, τότε βρισκόμαστε μπροστά στην αντίφαση να έχουμε μία οικονομία όπου η αποκατάσταση των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα είναι προβληματική σε αντίθεση με τους ισολογισμούς του δημόσιου τομέα.
Ας δούμε ακόμα τη δυναμική των πραγμάτων για την ανάπτυξή μας, τα επόμενα χρόνια (οπότε θα έχει εκλείψει και το Ταμείο Ανάκαμψης):
Το ΔΝΤ προβλέπει για το 2027 ρυθμό ανάπτυξης 1,7% και τα επόμενα δύο χρόνια 1,6%.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνει πρόβλεψη για το επόμενο έτος στο 1,6% ενώ η Τράπεζα της Ελλάδας 1,9% για το ’27 και 2% για το ’28.
Μία προσέγγιση, με βάση αυτούς τους αριθμούς, είναι ότι η σημερινή Ατελής Ανάκαμψη δε δημιουργεί ένα έδαφος για αισιοδοξία σε μικρές επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Στοιχείο που συνάδει με την αίσθηση για το μέλλον που έχουν οι μικρές επιχειρήσεις και τα περισσότερα νοικοκυριά στη χώρα μας -μία αίσθηση που αποτυπώνεται σε όλες τις μετρήσεις (που στο σημείο αυτό αγνοούνται επιμελώς...).
Η ιστορική εμπειρία δείχνει πως η εντύπωση έλλειψης προοπτικής συχνά παράγει πιο επίφοβα πολιτικά αποτελέσματα από μία τρέχουσα οικονομική δυσπραγία.
Αλλά «αν μας διδάσκει κάτι η Ιστορία είναι πως δεν διδασκόμαστε από αυτήν».
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 27.09.2026