Για μία δεύτερη ζωή των κλειστών σχολείων. Του Μιχάλη Γουδή

Μέσα σε μία δεκαετία, οι μαθητές που περνούν για πρώτη φορά την πόρτα του δημόσιου Δημοτικού έχουν μειωθεί περίπου 30%

Μιχάλης Γουδής
Γράφει Μιχάλης Γουδής Διευθυντής του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ, γραφείο Θεσσαλονίκης-Ελλάδα

Τουλάχιστον άλλες 275 σχολικές μονάδες δε θα λειτουργήσουν φέτος εξαιτίας της έλλειψης μαθητών. Πρόκειται για την καθιερωμένη είδηση των τελευταίων ετών, καθώς η τάση αναστολής λειτουργίας σχολικών μονάδων ανά την επικράτεια καταγράφεται σταθερά εδώ και περισσότερα από επτά χρόνια.

Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, περίπου 750 σχολικές μονάδες έχουν κλείσει συνολικά από το ακαδημαϊκό έτος 2018-2019 και έπειτα, ενώ ο αριθμός των μαθητών έχει μειωθεί την ίδια περίοδο κατά περίπου 150.000 παιδιά. Φέτος, 69.895 μαθητές θα φοιτήσουν στην Α’ Δημοτικού των δημόσιων σχολείων, 1.199 λιγότεροι από πέρσι.

Μέσα σε μία δεκαετία, οι μαθητές που περνούν για πρώτη φορά την πόρτα του δημόσιου Δημοτικού έχουν μειωθεί περίπου 30%. Προφανώς, η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με τη δημογραφική πρόκληση που αντιμετωπίζει η χώρα, την οποία έχουμε συζητήσει σε προηγούμενες παρεμβάσεις, όμως σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι να εστιάσει στο κτιριακό απόθεμα που παραμένει ανενεργό λόγω αυτής της εξέλιξης.

Πολλά από τα σχολεία που αναστέλλουν τη λειτουργία τους θα παραμείνουν κενά επί σειρά ετών, χωρίς να είναι σαφές αν και πότε θα ξανανοίξουν. Επιπλέον, το φαινόμενο αυτό εντοπίζεται γεωγραφικά λίγο πολύ στο σύνολο της χώρας.

Φέτος, αναστέλλεται η λειτουργία 99 Νηπιαγωγείων και 45 Δημοτικών στην Κεντρική Μακεδονία, στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη τέθηκαν σε αναστολή 48 Νηπιαγωγεία, Δημοτικά και Μειονοτικά σχολεία, ενώ η Περιφερειακή Διεύθυνση Πελοποννήσου ανακοίνωσε ότι αναστέλλεται η λειτουργία 26 σχολικών μονάδων.

Ζητήματα προκύπτουν επίσης στην Ήπειρο και σε πολλά νησιά. Επομένως, είναι σημαντικό να υπάρξει ολιστικός σχεδιασμός γύρω από πιθανές άλλες χρήσεις που μπορούν αυτά να έχουν, λαμβάνοντας υπόψη και τι μας διδάσκουν αντίστοιχες διεθνείς εμπειρίες.

Τόσο τα αστικά κέντρα που εμφανίζουν έλλειψη δημόσιων χώρων όσο και μικρότερα μέρη της περιφέρειας που πλήττονται από τις επιπτώσεις της πληθυσμιακής συρρίκνωσης θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την αλλαγή χρήσης κάποιων ανενεργών σχολικών μονάδων, πάντοτε με την προϋπόθεση η νέα χρήση τους να είναι κοινής ωφέλειας. Για παράδειγμα, μία δημόσια/δημοτική βιβλιοθήκη μαζί με χώρο εκδηλώσεων είναι μία μάλλον εύκολη μετατροπή.

Άλλες ιδέες θα μπορούσαν να είναι κέντρα κοινότητας, κοινοτικοί λαχανόκηποι ή ακόμη και απλώς χώροι παιχνιδιού για τα παιδιά. Εναλλακτικά, ιδιαίτερα χωριά της περιφέρειας θα μπορούσαν να επωφεληθούν από κέντρα διαγενεακής φροντίδας.

Έμπνευση επίσης μπορεί να προσφέρει η δουλειά των Tzoumakers στα Τζουμέρκα για τη δημιουργία makers’ space, δηλαδή χώρων δημιουργίας, κοινόχρηστων χώρων εργασίας που διαθέτουν εξοπλισμό και πόρους για άτομα να δημιουργούν, επιδιορθώνουν, πειραματίζονται και εκπαιδεύονται σε πρακτικές δεξιότητες. Οι ανοιχτές τεχνολογίες μπορεί να είναι σύμμαχος σε μία τέτοια προσπάθεια.

Υπάρχουν και παραδείγματα από χώρες όπως η Ολλανδία, η Πορτογαλία ή και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου πρώην σχολικά κτίρια μετατράπηκαν σε στεγαστικές μονάδες ή σε ένα συνδυασμό στέγης και άλλων υπηρεσιών, κατά κύριο λόγο πολιτισμού.

Τέτοια σχέδια, τα οποία ακολουθούν τις επιταγές της κυκλικής οικονομίας ως προς την αξιοποίηση δομικών υλικών, μπορούν να υποστηριχθούν και από συναφείς ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, π.χ. πρόσφατα η Αναπτυξιακή Τράπεζα του Συμβουλίου της Ευρώπης υποστήριξε τη μετατροπή αδρανούς σχολικής μονάδας σε κοινωνική κατοικία στη Βουδαπέστη.

Το καλοκαίρι βρέθηκα στη Λήμνο και είδα πώς ένα σχολείο στο χωριό του Κορνού μετά την αναστολή της λειτουργίας του, χρησιμοποιείται από τα παιδιά που βρίσκονται εκεί για τις θερινές διακοπές ως ένας δημόσιος χώρος παιχνιδιού και συνάντησης.

Αντίστοιχη εικόνα μπορεί να δει κανείς πως έχει διαμορφωθεί de facto και σε πολλά άλλα αδρανή σχολεία σε όλη τη χώρα. Και παρά την αξία που έχει αυτό, αναδεικνύει ταυτόχρονα την ευθύνη αναζήτησης πιο οργανωμένων λύσεων με τη στενή συνεργασία όλων των επιπέδων διοίκησης, καθώς οι προκλήσεις για την υλοποίηση των παραπάνω ιδεών είναι πολλές, από τη χρηματοδότηση μέχρι τη γραφειοκρατία και από τη συμμετοχή της κοινότητας μέχρι τεχνικής φύσεως ζητήματα.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 23.08.2026

ESPA