Το πρώτο βήμα που απαιτείται για να δράσει κανείς διαφορετικά σε σχέση με τα συνηθισμένα είναι να αρχίσει να σκέφτεται διαφορετικά. Για να συμβεί αυτό καθοριστικός είναι ο ρόλος των εννοιών και των λέξεων που διαμορφώνουν τη σκέψη.
Σε μία εποχή που μεγάλα τμήματα της Ευρώπης εισέρχονται σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο καθίσταται σαφές πως οι πολίτες στα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν προσδοκίες για πειστικότερες απαντήσεις στις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν όπως η Στέγη, το κόστος ζωής, η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης κ.ά. Αλλά για να συμβεί αυτό και να μην ωθηθούν στις ακραίες φωνές ή στην αποχή, απαιτείται η αποκόλληση της πολιτικής από δόγματα που έχουν δείξει τα όριά τους.
Η παραπάνω σκέψη μου γεννήθηκε διαβάζοντας τη συνέντευξη της Marianna Mazzucato στον Guardian με αφορμή την κυκλοφορία του πιο πρόσφατου βιβλίου της «The Common Good Economy» (Η Οικονομία του Κοινού Καλού). Η διακεκριμένη και ρηξικέλευθη καθηγήτρια στο University College of London καλεί τους πολιτικούς να κάνουν τους ανθρώπους να ονειρευτούν ξανά.
Αυτό μπορεί να γίνει εφικτό αν οριοθετήσουμε εκ νέου την οικονομική θεωρία και την κυβερνητική πρακτική με βάση την ιδέα του κοινού καλού, καταπολεμώντας τις βασικές πηγές της ανισότητας και την υπαρξιακή απειλή της κλιματικής κρίσης. Δεν αρκεί, επιχειρηματολογεί, η Mazzucato, οι κυβερνήσεις να είναι παθητικοί διορθωτές των αποτυχιών της Αγοράς, όταν αυτή -όπως συμβαίνει όλο και συχνότερα- δεν αυτορυθμίζεται, αλλά να γίνουν στην πράξη οι ανώτεροι δρώντες και να διαμορφώσουν τις αγορές.
Το κοινό καλό πρέπει να επιστρέψει στον πυρήνα της πολιτικής και να αντικαταστήσει το θέσφατο της Ανάπτυξης που συνήθως τείνει να γίνεται μία έννοια κενή περιεχομένου. Δεν πρέπει να επιλέγει κανείς ανάμεσα στο λύνει τα κοινωνικά προβλήματα ή να τονώνει την Οικονομία, αλλά να στοχεύει και στα δύο, καταλήγει η Marianna Mazzucato που υποστηρίζει συν τοις άλλοις πως μία τέτοια στροφή σαφώς μπορεί να χρηματοδοτηθεί, είναι θέμα πολιτικής βούλησης πού κατευθύνονται οι πόροι. Πώς μπορεί να διαφωνήσει κανείς βλέποντας τη χρηματοδότηση του μαζικού αμυντικού εξοπλισμού της Ευρώπης;
Την προβληματική διάσταση της Ανάπτυξης θέτει εδώ και χρόνια το κίνημα της Αποανάπτυξης (Degrowth) που αναπτύσσει ιδέες που συμβαδίζουν πολύ περισσότερο με την κλιματική πραγματικότητα που (θα) μας περιβάλλει.
Στην ουσία της η σκέψη της Αποανάπτυξης, όπως τη διατυπώνει και ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους της, ο Έλληνας Γιώργος Καλλής στο βιβλίο που έχει γράψει από κοινού με τον Sam Bliss αφορά την αναδιοργάνωση της οικονομίας με τέτοιο τρόπο που να εξυπηρετεί τις ανάγκες όλων των ανθρώπων ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει με δείκτες όπως το ΑΕΠ.
Σε πιο πρακτικό επίπεδο, η σκέψη ξεδιπλώνεται μέσω του μοντέλου του λεγόμενου «ντόνατ», το οποίο μάλιστα έχει βρει πιλοτική εφαρμογή σε δεκάδες πόλεις σε όλο τον κόσμο, από τις Βρυξέλλες και το Άμστερνταμ μέχρι τη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ και το Πόρτλαντ.
Το «ντόνατ» αποτελείται από δύο ομόκεντρους κύκλους: ένα κοινωνικό θεμέλιο, που διασφαλίζει ότι κανείς δεν θα στερηθεί τα βασικά αγαθά της ζωής, και ένα οικολογικό ανώτατο όριο, που διασφαλίζει ότι η ανθρωπότητα δεν θα αποσταθεροποιήσει τα συστήματα που στηρίζουν τη ζωή και συντηρούν κάθε μορφή ζωής στη Γη.
Μπορεί οι λέξεις συχνά να χάνουν το νόημά τους εξαιτίας της ευκολίας και της ελαφρότητας, με την οποία σπαταλούνται στο δημόσιο διάλογο, ωστόσο κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη μετασχηματιστική τους δύναμη. Κι αν θέταμε το Κοινό Καλό της Mazzucato και τις ιδέες της αποανάπτυξης σε κίνηση; Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε έναν κόσμο διαφορετικό. Είναι σε τελική ανάλυση διαγενεακή υποχρέωσή μας.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 19.07.2026