Αφορμή για το σημερινό σημείωμά μου έδωσαν δύο φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους στιγμές της εβδομάδας που πέρασε. Παρακολουθώντας το παιχνίδι Βραζιλίας - Ιαπωνίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο στάθηκα στην πληροφορία που μετέδωσε ο εκφωνητής για το «Όραμα 2050», δηλαδή το σχέδιο της ιαπωνικής ποδοσφαιρικής για την ανάπτυξη του αθλήματος στη χώρα με απώτερο σκοπό το 2050 να καταφέρει η εθνική ομάδα να στεφθεί παγκόσμια πρωταθλήτρια.
Τις τελευταίες ημέρες του Ιουνίου το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος φιλοξένησε το διεθνές συνέδριο Nostos. Η κυριακάτικη Καθημερινή της 21ης Ιουνίου έθεσε μερικά ερωτήματα σε ορισμένους από τους/ις πιο προβεβλημένους/ες ομιλητές/τριες που βρέθηκαν στην Αθήνα. Ανάμεσά τους και ο διεθνούς φήμης καθηγητής Ιστορίας στο Columbia University -αλλά και επίτιμος δημότης Θεσσαλονίκης- Mark Mazower που μοιράστηκε την εξής σκέψη στο ερώτημα «Το 2056 τι μπορεί να εύχονται οι Ευρωπαίοι να είχαν προστατέψει πιο σθεναρά το 2026;»:
«Τρία πράγματα: Πρώτον, την κοινωνική αλληλεγγύη που συνέβαλε τόσο πολύ στην ενίσχυση και στον εκσυγχρονισμό της δημοκρατίας, ιδίως ανάμεσα στο 1945 και το 1980. Δεύτερον, το περιβάλλον και ειδικότερα την επάρκεια νερού και τρίτον, την ιδέα ότι αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία για τους ανθρώπους δεν είναι η ικανότητά τους να λύνουν όσο το δυνατόν περισσότερα προβλήματα όσο το δυνατόν γρηγορότερα, αλλά η αίσθηση των αξιών τους και ο τρόπος, με τον οποίο αντιμετωπίζουν τη θνητότητά τους».
Τα παραπάνω επανέφεραν στο μυαλό μου τον προβληματισμό γύρω από το πόσο λίγο σκεφτόμαστε/έχουμε εκπαιδευτεί να σκεφτόμαστε/αισθανόμαστε ελεύθεροι να σκεφτόμαστε στην Ελλάδα με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή μακροπρόθεσμα, να αναπτύσσουμε οράματα, να τα μεταφράζουμε σε χειροπιαστούς στόχους και δράσεις και να δουλεύουμε προς την κατεύθυνση υλοποίησής τους.
Τόσο η Ελλάδα όσο και μία σειρά από άλλες ευρωπαϊκές χώρες (ας μην επεκταθούμε παραπάνω), με κυρίαρχη περίπτωση τη Γαλλία, κινούνται σε προεκλογικούς ρυθμούς. Η ελληνική εμπειρία με τις εκλογές, εθνικές ή αυτοδιοικητικές, διαχρονικά μας έχει δείξει πως η ατζέντα που επιβάλλεται στον δημόσιο διάλογο σπανίως έχει χώρο για μακροπρόθεσμα ζητήματα, προτεραιοποιούνται τα διλήμματα και εφαρμόζονται στρατηγικές που θα φέρουν τη νίκη στο εκάστοτε κόμμα ή συνδυασμό.
Έτσι, σπανίως, δίνεται χώρος σε ανοιχτό, συμπεριληπτικό διάλογο είτε σε εθνικό είτε σε τοπικό επίπεδο. Η συμμετοχικότητα περιορίζεται κατά κανόνα σε δημόσιες διαβουλεύσεις μέσω του opengov.
Το αποτέλεσμα αυτής της απόστασης που δημιουργείται ανάμεσα στην πολιτική και τους πολίτες, μία απόσταση που ολοένα και μεγαλώνει, φαίνεται σε δύο χαρακτηριστικά ευρήματα δύο πανελλαδικών δημοσκοπήσεων που διεξήγαγε για λογαριασμό του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ η Kapa Research το 2024 και το 2025.
Από τη μία, ακτινογραφώντας τα διαρκώς αυξανόμενα ποσοστά αποχής στις εκλογικές αναμετρήσεις διαπιστώνεται πως «η κατηγορία αυτών που απείχαν από τις εκλογές δεν είναι α-πολίτικη, δηλαδή πολιτικά ουδέτερη. Είναι «αντι-πολιτική», δηλαδή δυσπιστεί ή αντιτίθεται στην παραδοσιακή πολιτική, αρχής γενομένης από την παραδοσιακή κλίμακα Αριστερά-Δεξιά, και έχει τρία χαρακτηριστικά: Την πολιτική απάθεια, τον πολιτικό κυνισμό και την πολιτική αποξένωση».
Από την άλλη, σε έρευνα για τη σχέση των πολιτών με την Πολιτεία, τα ποσοστά εμπιστοσύνης στους θεσμούς είναι πολύ χαμηλά και μόνο ο στρατός συγκεντρώνει ποσοστό άνω του 50%. Η έλλειψη εμπιστοσύνης δηλώνεται από σχεδόν όλες τις δημογραφικές κατηγορίες πολιτών, ωστόσο, υπάρχουν πολύ μεγάλες και διακριτές διαφορές ανάλογα με την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική τάξη και την ιδεολογική τοποθέτησή τους.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το εύρημα πως το 97% των ερωτηθέντων θεωρεί πως η διαφθορά στη χώρα είναι πολύ ή αρκετά διαδεδομένη, ενώ μόνο τον τελευταίο χρόνο σχεδόν οι μισοί έχουν βιώσει ή έχουν γίνει μάρτυρες κάποιας περίπτωσης διαφθοράς.
Πολλά ζητήματα, μερικά από τα πραγματικά μεγάλα ζητήματα του καιρού μας όπως η κλιματική κρίση και οι περιβαλλοντικές αλλά και οι κοινωνικές της επιπτώσεις, η χωρική δικαιοσύνη και οι αναπτυξιακές ανισότητες καθώς οι εναλλακτικές οικονομικές προοπτικές, π.χ. τι ρόλος υπάρχει για την Κοινωνική Αλληλέγγυα Οικονομία και για τον δρόμο της απο-ανάπτυξης, δε χωρούν σε εκλογικούς κύκλους. Αλλά η ουσιαστική και συλλογική αντιμετώπισή τους μπορεί να καθορίσει εν πολλοίς το κοινό μας μέλλον.
Τα ορόσημα του 2030 ή ακόμη και του 2050 είναι πολύ κοντά μας και διαπιστώνουμε με ολοένα και πιεστικότερο τρόπο καθημερινά πως οι αντικειμενικές συνθήκες εντός των οποίων λειτουργούν οι χώρες, οι πόλεις και γενικά οι ανθρώπινες κοινότητες έχουν αλλάξει.
Παράλληλα, με τα καθημερινά, είναι περισσότερο κρίσιμο από ποτέ για την Πολιτική σε συνεργασία με την Κοινωνία των Πολιτών να βρει τρόπους να θέσει ζητήματα που ξεπερνούν τους εκλογικούς αλλά και τους κύκλους των γενεών.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 05.07.2026