Η πολιτική παραπληροφόρηση στην εποχή των bots. Του Παύλου Αβραμόπουλου

Αυτό το μοντέλο δεν είναι καινούριο. Το έχουμε δει σε εκλογές, σε δημοψηφίσματα, σε γεωπολιτικές κρίσεις

Η εμπλοκή του Εμανουέλ Μακρόν στα αρχεία Epstein θα είχε ιδιαίτερη αξία ως είδηση και ο θόρυβος θα ήταν δικαιολογημένος αν ήταν... αλήθεια. Μετά τη διάψευση έχει μεγάλη σημασία να εξετάσουμε το συγκεκριμένο παράδειγμα για να δούμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα η οργανωμένη παραπληροφόρηση.

Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, πίσω από τη διάδοση του αφηγήματος βρέθηκαν δίκτυα που συνδέονται με τη Ρωσία, αξιοποιώντας ένα γνώριμο πλέον οπλοστάσιο: bots, ψεύτικους λογαριασμούς και συντονισμένες καμπάνιες στα κοινωνικά δίκτυα.

Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι το περιεχόμενο της «κατηγορίας», αλλά η τεχνική. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφική έρευνα ή πολιτική αντιπαράθεση, αλλά για μία βιομηχανική διαδικασία διάχυσης αμφιβολίας. Χιλιάδες αυτοματοποιημένοι λογαριασμοί αναπαράγουν το ίδιο μήνυμα, με μικρές παραλλαγές, σε διαφορετικές πλατφόρμες. Το αποτέλεσμα δεν είναι η πειθώ, αλλά ο κορεσμός του δημόσιου χώρου.

Τα bots δεν λειτουργούν ως πειστικοί συνομιλητές. Λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές. Δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι «κάτι παίζει», ότι «το συζητάνε όλοι». Έτσι ενεργοποιούνται πραγματικοί χρήστες, δημοσιογράφοι ή πολιτικοί αντίπαλοι, που (ίσως και άθελά τους μερικές φορές συχνά) μπαίνουν στη συζήτηση. Από εκείνη τη στιγμή, το αφήγημα έχει πετύχει τον στόχο του, καθώς μία υποτιθέμενη είδηση έχει μετακινηθεί από την περιφέρεια στο κέντρο του δημόσιου διαλόγου.

Αυτό το μοντέλο δεν είναι καινούριο. Το έχουμε δει σε εκλογές, σε δημοψηφίσματα, σε γεωπολιτικές κρίσεις. Η διαφορά είναι η κλίμακα και η ταχύτητα. Οι σύγχρονες καμπάνιες παραπληροφόρησης δεν χρειάζονται μήνες για να αποδώσουν. Χρειάζονται ώρες. Ένα καλά οργανωμένο δίκτυο μπορεί να ανεβάσει ένα θέμα στα trends, να το «νομιμοποιήσει» ως αντικείμενο συζήτησης και να εξαφανιστεί, αφήνοντας πίσω του σύγχυση.

Για τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, το ζήτημα δεν πρέπει να εξαντλείται μόνο στην αναζήτηση της προέλευσης των επιθέσεων. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί αυτές οι καμπάνιες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος. Η απάντηση βρίσκεται στο ίδιο το οικοσύστημα των πλατφορμών: Αλγόριθμοι που επιβραβεύουν την ένταση, την αμφιβολία και τη σύγκρουση, χαμηλό κόστος δημιουργίας ψεύτικων λογαριασμών και σχεδόν ανύπαρκτες συνέπειες για τους οργανωτές.

Στην Ελλάδα -και ειδικά σε περιοχές με έντονη πολιτική φόρτιση όπως η Μακεδονία- έχουμε ήδη εμπειρία από την επίδραση τέτοιων μηχανισμών. Η παραπληροφόρηση δεν χρειάζεται να αλλάξει γνώμες μαζικά. Αρκεί να διαβρώσει την εμπιστοσύνη προς τα μέσα, προς τους θεσμούς, προς την ίδια την έννοια της τεκμηριωμένης πληροφορίας.

Η αντιμετώπιση δεν μπορεί να είναι μόνο επικοινωνιακή. Απαιτεί τεχνική γνώση, θεσμική ετοιμότητα και πολιτική σοβαρότητα. Κυρίως, όμως, απαιτεί να κατανοήσουμε ότι ο δημόσιος διάλογος σήμερα δεν διαμορφώνεται μόνο από ανθρώπους. Διαμορφώνεται και από μηχανές.

Και αν αυτό δεν το λάβουμε σοβαρά υπόψη, θα συνεχίσουμε να συζητάμε για το περιεχόμενο, χάνοντας το πραγματικό παιχνίδι που παίζεται στο παρασκήνιο.

ESPA