Η φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου επιβεβαίωσε ότι το διεθνές σύστημα περνά σε περίοδο παρατεταμένης αστάθειας. Οι κρίσεις δεν διαδέχονται πλέον η μία την άλλη παρά συνυπάρχουν και αλληλοενισχύονται. Από τις παρεμβάσεις ηγετών και αναλυτών προκύπτουν ορισμένα καθαρά συμπεράσματα.
Πρώτον, ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει το κεντρικό μέτωπο της διεθνούς ασφάλειας. Το ζήτημα δεν είναι μόνο η στρατιωτική στήριξη προς το Κίεβο, αλλά η μακροπρόθεσμη στάση της Δύσης απέναντι στη Ρωσία. Η έκβαση του πολέμου θα επηρεάσει την αξιοπιστία των συμμαχιών και τη συνοχή της ευρωατλαντικής κοινότητας.
Δεύτερον, οι διεθνείς θεσμοί δοκιμάζονται. Ο ΟΗΕ βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης, εξετάζοντας κυρίως τα όριά του. Το Συμβούλιο Ασφαλείας παραμένει παραλυμένο μπροστά σε συγκρούσεις όπου εμπλέκονται μόνιμα μέλη του.
Η ανάγκη μεταρρύθμισης του πολυμερούς συστήματος αναγνωρίζεται, αλλά η πολιτική βούληση για ουσιαστικές αλλαγές παραμένει περιορισμένη. Το αποτέλεσμα είναι ένα κενό διακυβέρνησης σε έναν κόσμο που γίνεται πιο συγκρουσιακός.
Τρίτον, η ευρωπαϊκή άμυνα επανέρχεται δυναμικά στην ατζέντα. Η Ευρώπη αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αμερικανικής πολιτικής αβεβαιότητας.
Η συζήτηση για ενίσχυση της κοινής αμυντικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για συντονισμό εξοπλισμών και για ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας αποκτά πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο. Δεν πρόκειται απαραίτητα για «ευρωπαϊκό στρατό», αλλά για μεγαλύτερη επιχειρησιακή αυτονομία και ταχύτερη λήψη αποφάσεων.
Τέταρτον, η αντιπαράθεση ΗΠΑ-Κίνας αποκτά πλέον δομικά χαρακτηριστικά. Πρόκειται για έναν στρατηγικό ανταγωνισμό με μακροχρόνια προοπτική. Η γεωπολιτική μεταφέρεται πλέον στην τεχνολογία: Ημιαγωγοί, Τεχνητή Νοημοσύνη, κβαντική υπολογιστική, κρίσιμες πρώτες ύλες και αλυσίδες εφοδιασμού αποτελούν νέα πεδία ισχύος.
Η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν εξαφανίζεται, αλλά επαναπροσδιορίζεται μέσα από όρους «απο-ρίσκου» (de-risking) και επιλεκτικής αποσύνδεσης. Οι χώρες καλούνται να επιλέξουν πρότυπα, τεχνολογικά οικοσυστήματα και ρυθμιστικά πλαίσια. Η ασφάλεια δεν είναι μόνο στρατιωτική· είναι τεχνολογική, βιομηχανική και κανονιστική. Όποιος ελέγχει τα δεδομένα, τα δίκτυα και τις υποδομές, επηρεάζει και τη γεωπολιτική ισορροπία.
Πέμπτον, οι υβριδικές απειλές θεωρούνται πλέον μόνιμο στοιχείο του διεθνούς περιβάλλοντος. Κυβερνοεπιθέσεις, παραπληροφόρηση, ενεργειακοί εκβιασμοί, επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές και αποσταθεροποιητικές παρεμβάσεις αντιμετωπίζονται ως εργαλεία ενός ενιαίου πλαισίου ανταγωνισμού.
Η «γκρίζα ζώνη» μεταξύ ειρήνης και πολέμου διευρύνεται. Η προστασία των εκλογικών διαδικασιών, των τηλεπικοινωνιακών δικτύων και της ενεργειακής επάρκειας εντάσσεται πλέον στον σκληρό πυρήνα της εθνικής ασφάλειας. Η ανθεκτικότητα των κοινωνιών (η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, η ικανότητα ταχείας αντίδρασης και η κοινωνική συνοχή) αναδεικνύεται σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Το συνολικό μήνυμα της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια είναι σαφές: Η αρχιτεκτονική ασφάλειας που διαμορφώθηκε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο βρίσκεται υπό πίεση. Ο ΟΗΕ εμφανίζει θεσμικά όρια, η Ευρώπη καλείται να ενισχύσει την άμυνά της και η διεθνής τάξη γίνεται πιο πολυπολική αλλά όχι πιο σταθερή. Οι κανόνες δεν καταργούνται, αλλά αμφισβητούνται συστηματικά.
Σε αυτό το περιβάλλον, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η ισχύς. Είναι η ικανότητα των κρατών και των θεσμών να προσαρμόζονται χωρίς να χάνουν τη συνοχή και τη νομιμοποίησή τους. Σε έναν κόσμο αλληλοεπικαλυπτόμενων κρίσεων, η στρατηγική ψυχραιμία και η θεσμική ανθεκτικότητα
ίσως αποδειχθούν εξίσου σημαντικές με τα εξοπλιστικά προγράμματα.