Γράφει ο Ιωάννης Κακαβάκης
Οικονομικός διευθυντής Thess INTEC
Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες η τεχνολογία βελτιώνει απλώς τον τρόπο με τον οποίο κάνουμε τα πράγματα. Και υπάρχουν κάποιες πολύ σπανιότερες στιγμές κατά τις οποίες αλλάζει τα ίδια τα πράγματα που κάνουμε. Η ατμομηχανή, ο ηλεκτρισμός, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και αργότερα το διαδίκτυο δεν έκαναν απλώς την οικονομία ταχύτερη. Άλλαξαν την παραγωγή, την εργασία, τις επιχειρήσεις, τις πόλεις και τελικά την κατανομή του πλούτου ανάμεσα στις χώρες. Όλα δείχνουν ότι βρισκόμαστε ξανά σε μία τέτοια στιγμή. Αυτή τη φορά, η αλλαγή ονομάζεται Τεχνητή Νοημοσύνη.
Από τη σκοπιά ενός οικονομολόγου, ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της νέας επανάστασης δεν είναι το τι μπορεί να κάνει ένα σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης. Είναι το τι μπορεί να κάνει σε μία ολόκληρη οικονομία. Να αυξήσει την παραγωγικότητα, να μειώσει το κόστος, να επιταχύνει την έρευνα, να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων και να δημιουργήσει νέες αγορές. Κυρίως όμως μπορεί να αλλάξει τις σχετικές αποστάσεις μεταξύ χωρών και περιοχών.
Και εδώ βρίσκεται μία μεγάλη ευκαιρία για χώρες όπως η Ελλάδα.
Οι οικονομικές διαφορές δημιουργούνται αργά. Χτίζονται επί δεκαετίες μέσα από επενδύσεις, εκπαίδευση, θεσμούς, υποδομές, τεχνογνωσία και παραγωγικό κεφάλαιο. Μία οικονομία που έχει μείνει πίσω δεν μπορεί εύκολα να συμπυκνώσει πενήντα χρόνια ανάπτυξης σε δέκα. Οι μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές, όμως, προσφέρουν μερικές φορές κάτι εξαιρετικά πολύτιμο: Τη δυνατότητα να παρακαμφθούν ορισμένα ενδιάμεσα στάδια.
Το είδαμε στο παρελθόν. Χώρες χωρίς εκτεταμένα δίκτυα σταθερής τηλεφωνίας πέρασαν σχεδόν απευθείας στην κινητή. Οικονομίες με περιορισμένες τραπεζικές υποδομές υιοθέτησαν ψηφιακές πληρωμές πολύ ταχύτερα από οικονομίες που κουβαλούσαν το βάρος παλαιότερων συστημάτων. Δεν χρειάστηκε να ακολουθήσουν ακριβώς την ίδια διαδρομή με εκείνους που προηγήθηκαν.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει μία αντίστοιχη ευκαιρία. Δεν πρόκειται να λύσει από μόνη της τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Μπορεί όμως να μας επιτρέψει να καλύψουμε ταχύτερα μέρος της απόστασης σε παραγωγικότητα, διοίκηση, εξωστρέφεια και ανταγωνιστικότητα. Με έναν τρόπο, μπορεί να μας επιτρέψει να αγοράσουμε χρόνο. Και σε μία περίοδο κατά την οποία οι εξελίξεις επιταχύνονται, ο χρόνος γίνεται ίσως το ακριβότερο οικονομικό αγαθό.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα χρησιμοποιήσουμε την Τεχνητή Νοημοσύνη. Θα τη χρησιμοποιήσουμε ούτως ή άλλως. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα παραμείνουμε απλοί καταναλωτές τεχνολογίας που παράγεται αλλού ή αν θα συμμετάσχουμε στην παραγωγή της νέας οικονομικής αξίας.
Για τη Θεσσαλονίκη το ερώτημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Η πόλη διαθέτει πολλά από τα συστατικά που θα μπορούσαν να στηρίξουν μία πραγματική τεχνολογική οικονομία: Ισχυρά πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, μεγάλη δεξαμενή νέων επιστημόνων, σημαντική βιομηχανική παράδοση, εξαγωγικές επιχειρήσεις και ήδη μία αυξανόμενη παρουσία διεθνών εταιρειών τεχνολογίας. Διαθέτει επίσης ένα γεωγραφικό πλεονέκτημα ως φυσικό κέντρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Όλα αυτά είναι απαραίτητα. Δεν είναι όμως αρκετά.
Μία Tech City δεν δημιουργείται επειδή μερικές μεγάλες εταιρείες άνοιξαν γραφεία σε μία πόλη. Ούτε επειδή η πόλη διαθέτει καλούς μηχανικούς και προγραμματιστές. Δημιουργείται όταν όλα τα παραπάνω αρχίσουν να λειτουργούν ως ένα σύστημα.
Χρειάζονται πρώτα οι φυσικές υποδομές: Γρήγορα ψηφιακά δίκτυα, υπολογιστική ισχύς, data centers, επαρκής και ανταγωνιστική ενέργεια, σύγχρονες μεταφορές και κατάλληλοι χώροι όπου μπορούν να εγκατασταθούν επιχειρήσεις, εργαστήρια και ερευνητικές ομάδες. Η οικονομία της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να μοιάζει άυλη, αλλά χρειάζεται πολύ πραγματικές υποδομές για να λειτουργήσει.
Χρειάζονται όμως ταυτόχρονα και οι θεσμικές υποδομές. Σταθερό φορολογικό και κανονιστικό περιβάλλον, κίνητρα για επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, γρήγορες διαδικασίες αδειοδότησης, χρηματοδοτικά εργαλεία για την καινοτομία και ευκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαια. Οι τεχνολογίες εξελίσσονται πλέον σε μήνες. Δεν είναι δυνατόν το θεσμικό περιβάλλον να εξακολουθεί να κινείται σε κύκλους ετών.
Και βέβαια χρειάζονται άνθρωποι.
Σε μία οικονομία γνώσης, το πιο κρίσιμο παραγωγικό κεφάλαιο δεν βρίσκεται στο έδαφος ούτε στα μηχανήματα. Βρίσκεται στα μυαλά. Εδώ η Θεσσαλονίκη έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα, αλλά και μία μεγάλη ευθύνη. Τα πανεπιστήμια της πόλης πρέπει να ενισχύσουν ακόμα περισσότερο την παραγωγή αποφοίτων στους τομείς STEM, στις επιστήμες, την τεχνολογία, τη μηχανική και τα μαθηματικά και παράλληλα να μειώσουν την απόσταση που εξακολουθεί να υπάρχει ανάμεσα στην πανεπιστημιακή έρευνα και την πραγματική οικονομία.
Η συνεργασία του πανεπιστημίου με τη βιομηχανία δεν μειώνει την αξία της έρευνας. Την πολλαπλασιάζει. Μία καλή ιδέα μέσα σε ένα εργαστήριο έχει επιστημονική αξία. Όταν όμως η ίδια ιδέα μπορεί να γίνει προϊόν, πατέντα, επιχείρηση, εξαγωγή και θέση εργασίας, αποκτά και οικονομική αξία για την κοινωνία που τη δημιούργησε.
Χρειαζόμαστε περισσότερα κοινά ερευνητικά προγράμματα επιχειρήσεων και πανεπιστημίων, περισσότερες spin-offs, περισσότερα industrial PhDs και μεγαλύτερη κινητικότητα ανθρώπων ανάμεσα στην ακαδημαϊκή έρευνα και στην παραγωγή. Με απλά λόγια, πρέπει να μικρύνει η απόσταση ανάμεσα στο εργαστήριο και στο εργοστάσιο.
Αλλά το ίδιο πρέπει να συμβεί και από την άλλη πλευρά. Η βιομηχανία της Βόρειας Ελλάδας πρέπει επίσης να αλλάξει. Η περιοχή διαθέτει μια πραγματική παραγωγική βάση σε κλάδους όπως η μεταποίηση, η αγροδιατροφή, τα τρόφιμα, τα δομικά υλικά, τα logistics και η ενέργεια. Αυτό είναι σημαντικό πλεονέκτημα, αρκεί να μη θεωρήσουμε ότι το παραγωγικό μοντέλο που μας έφερε μέχρι εδώ είναι αρκετό για να μας πάει και στην επόμενη δεκαετία.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη, η ρομποτική, τα προηγμένα υλικά, η αυτοματοποίηση, οι νέες ενεργειακές τεχνολογίες και η βιοτεχνολογία δεν είναι αφηρημένες έννοιες μιας μακρινής οικονομίας του μέλλοντος. Αφορούν το εργοστάσιο της Σίνδου, την εξαγωγική επιχείρηση του Κιλκίς, την αγροτική παραγωγή της Ημαθίας και την εταιρεία logistics της Θεσσαλονίκης. Η βιομηχανία της περιοχής πρέπει να επενδύσει περισσότερο στην έρευνα, στην τεχνολογία και στους ανθρώπους της, όχι επειδή αυτό αποτελεί μία νέα μόδα, αλλά επειδή πολύ σύντομα θα αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης.
Σε αυτή τη μετάβαση, υποδομές όπως το Thess INTEC μπορούν να παίξουν κομβικό ρόλο. Όχι ως ένα ακόμα έργο ανάπτυξης ακινήτων και όχι ως ένας κλειστός χώρος στον οποίο απλώς θα εγκατασταθούν εταιρείες.
Η πραγματική αξία ενός τεχνολογικού πάρκου βρίσκεται αλλού: Στο ότι μπορεί να γίνει ο φυσικός τόπος συνάντησης της έρευνας, της βιομηχανίας, της επιχειρηματικότητας, του κεφαλαίου και της τεχνολογίας. Ένας χώρος όπου μια ιδέα από ένα πανεπιστημιακό εργαστήριο θα μπορεί να συναντήσει μια επιχείρηση που θα τη δοκιμάσει, έναν επενδυτή που θα τη χρηματοδοτήσει και τις υποδομές που θα της επιτρέψουν να αναπτυχθεί.
Αν αυτό πετύχει, το πραγματικό όφελος δεν θα αφορά το ίδιο το πάρκο. Θα αφορά τη Θεσσαλονίκη και, σταδιακά, ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι να αποκτήσει η πόλη απλώς περισσότερες εταιρείες τεχνολογίας. Είναι να αλλάξει το παραγωγικό της μοντέλο και να δημιουργήσει έναν νέο κύκλο επενδύσεων, γνώσης και υψηλότερης παραγωγικότητας.
Οι μεγάλες τεχνολογικές επαναστάσεις έχουν ένα ακόμη χαρακτηριστικό: δεν περιμένουν κανέναν. Δημιουργούν νέες ευκαιρίες, αλλά ταυτόχρονα κλείνουν παλιές. Και οι νικητές τους δεν είναι πάντοτε εκείνοι που ξεκινούν πλουσιότεροι ή ισχυρότεροι. Είναι συχνά εκείνοι που αντιλαμβάνονται εγκαίρως τι αλλάζει και οργανώνουν γύρω από αυτή την αλλαγή την εκπαίδευση, τις υποδομές, τις επιχειρήσεις και τους θεσμούς τους.
Η Θεσσαλονίκη έχει σήμερα μία τέτοια ευκαιρία. Και ίσως το σημαντικότερο είναι ότι αυτή τη φορά δεν χρειάζεται απαραίτητα να διορθώσει πρώτα όλα όσα δεν κατάφερε να κάνει στο παρελθόν για να μπορέσει να προχωρήσει.
Μερικές φορές η Ιστορία δεν σου δίνει τον χρόνο να καλύψεις όλη την απόσταση.
Σου δίνει όμως την ευκαιρία να κάνεις ένα άλμα.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 23.08.2026