του Μιχάλη Μήττα, Γενικού Γραμματέα Δήμου Θεσσαλονίκης και Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω
Σε παλαιότερο άρθρο του, που έλαβε αυτές τις μέρες νέα δημοσιότητα, Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε δριμεία κριτική στο δικηγορικό κλάδο για τον υπερπληθυσμό του.
Η «κατηγορία» είναι αληθής. Η χώρα μας πράγματι έχει υπέρμετρα διογκωμένο αριθμό δικηγόρων. Το ίδιο άλλωστε θα μπορούσε να πει κανείς και για το σύνολο των επαγγελμάτων. Πρόκειται για συνθήκη που ευνοείται από τη δομή της οικονομίας, ήτοι την απουσία παραγωγικών επιχειρήσεων, επένδυσης και επανεπένδυσης κεφαλαίου και αξιοπρεπών συνθηκών στη μισθωτή απασχόληση. Πρόκειται όμως και για συνθήκη που οι πρόσφατες εξελίξεις, με την απορρύθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης, τον προαναγγελθέντα πολλαπλασιασμό των ανώτατων σχολών (ιδίως επιστημονικών, όπως της νομικής) και την είσοδο σε αυτές σπουδαστών που κατά γενική ομολογία είχαν περιορισμένη μαθησιακή ικανότητα, αναμφισβήτητα θα επιδεινώσουν.
Αν εστιάσουμε όμως ειδικά στη Δικαιοσύνη, ο υπερπληθυσμός αγγίζει όλα τα επίπεδα. Κατ’ αρχάς αγγίζει το πλήθος των δικαστηρίων, και δη των ανώτατων. Στη χώρα λειτουργούν ταυτόχρονα 4 ανώτατα δικαστήρια (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο της Επικρατείας, Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, Ελεγκτικό Συνέδριο) και ακόμα τρία ειδικά (πχ «υπουργοδικείο» του α. 86 του Συντάγματος, «μισθοδικείο», αγωγών κακοδικίας). Μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών είναι ο μεγαλύτερος αριθμός. Σε αντιστοιχία με την επιχειρούμενη σύγκριση με τον αριθμό των δικηγόρων, το Βέλγιο διαθέτει τρία ανώτατα δικαστήρια, η Ολλανδία δύο και η Αυστρία τέσσερα. Μάλιστα, ακόμα και μεγάλες χώρες, όπως η Γαλλία (τέσσερα), η Γερμανία (έξι), το Ηνωμένο Βασίλειο (τρία), η Ισπανία (τρία) και η Πολωνία (τέσσερα) πασχίζουν να αγγίξουν το ελληνικό ρεκόρ.
Ένα ρεκόρ που ξεφεύγει ακόμα περισσότερο, αν ληφθεί υπόψη ο αριθμός των ανώτατων δικαστών. Το Βελγικό Αναιρετικό Δικαστήριο αποτελείται από 30 μέλη, το Ολλανδικό Ανώτατο από 36, το Αυστριακό Ανώτατο από 60, το Γαλλικό Συνταγματικό από 9, το Ισπανικό Ανώτατο από 79. Στην Ελλάδα των 10.000.000 περίπου εκατομμυρίων κατοίκων, ο Άρειος Πάγος, πλην του Προέδρου και του Εισαγγελέα αυτού, αποτελείται σήμερα από 11 Αντιπροέδρους, 76 αρεοπαγίτες δικαστές και 18 αντιεισαγγελείς, ήτοι συνολικά 87 μέλη. Αντίστοιχα, το Συμβούλιο της Επικρατείας, επίσης πλην του Προέδρου του, αποτελείται από 10 Αντιπροέδρους, 48 συμβούλους, 57 παρέδρους και 50 εισηγητές. Μάλιστα, σε αμφότερα τα δικαστήρια, οι αντιπρόεδροι είναι περισσότεροι από τα Τμήματα! Στους χαμηλότερους βαθμούς, βάσει αριθμών Eurostat, η χώρα μας διαθέτει περίπου 26 δικαστές ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 15,7 ανά 100.000 κατοίκων που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ.
Όπως όμως έχουμε ξαναπεί, το πρόβλημα της ελληνικής Δικαιοσύνης είναι κυρίως ποιοτικό και όχι ποσοτικό. Πράγματι, οι δικηγόροι αποκτούν την άδειά τους με εξετάσεις που μάλλον τυπικό χαρακτήρα έχουν. Βέβαια, όσοι εξ αυτών δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα (ομολογουμένως απαιτητικά) επαγγελματικά τους καθήκοντα, οδηγούνται σε έξοδο. Από την άλλη οι δικαστές, που είναι ισόβιοι, επιλέγονται μέσα από έναν ιδιαίτερα απαιτητικό διαγωνισμό. Είναι όμως αμφίβολο ότι η μορφή του διαγωνισμού ανταποκρίνεται στο αντικείμενο. Οι υποψήφιοι, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η επαγγελματική τους εμπειρία, διέρχονται από μια βάσανο αποστήθισης πληροφοριών, μεταξύ των οποίων και οι συχνά αντικρουόμενες και όχι πάντα ερειδόμενες σε νομικό συλλογισμό νομολογίες, σε μια σχολαστική διαδικασία που θυμίζει ανησυχητικά την επιλογή μανδαρίνων στη μεσαιωνική Κίνα. Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι σημαντική μερίδα υποψηφίων, με την ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών σπουδών, αμέσως ξεκινά την υπερεντατική προετοιμασία, απέχοντας αναγκαστικά από τη κοινωνική και δικαστηριακή πραγματικότητα. Η διαδικασία καταλήγει αναπόφευκτα να ευνοεί ανθρώπους άπειρους, και, δυστυχώς, κακώς νοούμενης δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας. Η προχειρότητα και η διεκπεραιωτικότητα που χαρακτηρίζει τα σημερινά ελληνικά δικαστήρια, είναι αποτέλεσμα, σε μεγάλο βαθμό, αυτής της διαδικασίας.
Ο «ασθενής» λοιπόν, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του συναδέλφου (υπό την έννοια του συλλειτουργού) αντιεισαγγελέα, χρειάζεται «θεραπεία» πολλών επιπέδων.