Μία τοποθέτηση για τον διαγωνισμό Ενοποίησης των Αρχαιολογικών Χώρων και Μνημείων της Θεσσαλονίκης

Άρθρο γνώμης του Νίκου Σουλάκη, Αρχιτέκτονα ΑΠΘ - δρ E.T.S.A. Barcelona

soulakis.JPG

Του Νίκου Σουλάκη, Αρχιτέκτονα ΑΠΘ - δρ E.T.S.A. Barcelona

Αν δει κανείς με προσοχή τις εικόνες που παρουσιάζουν ένα αρχιτεκτονικό έργο διαπιστώνει πολλές άλλες πτυχές που ενυπάρχουν σε αυτές πέρα από το εικονιζόμενο θέμα. Πτυχές που σχετίζονται με τις επιλογές του μελετητή και που, είτε εκούσια είτε ακούσια, αποτελούν παραμέτρους του προτεινόμενου έργου και διαμορφώνουν τη συνολική του άποψη για αυτό.

Στο κείμενο που ακολουθεί εκφράζονται οι προσωπικές μου παρατηρήσεις για την πρόταση που απέσπασε το 1ο βραβείο στον Αρχιτεκτονικό διαγωνισμό ιδεών ‘’Ενοποίηση και Ανάδειξη Αρχαιολογικών Χώρων & Μνημείων της Θεσσαλονίκης’’, όπως διατυπώθηκαν στη διαδικασία της διαβούλευσης για την υλοποίηση της πρότασης (https://diavouleusithes.anaplassis.gr/#actions) η οποία έχει δρομολογηθεί.

Συγκεκριμένα είναι οι απόψεις επί του ερωτήματος ‘’Ποιες ακούσιες επιπτώσεις ή πρακτικά προβλήματα εντοπίζετε στο σχεδιαζόμενο έργο;’’

Διατύπωσα καταρχήν την επιφύλαξη ότι στο σχεδιαζόμενο έργο επιχειρείται, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η εφαρμογή αρχιτεκτονικών λύσεων σε ζητήματα πολεοδομικής φύσεως, αναντιστοιχία που δεν χαρακτηρίζει μόνο το 1ο βραβείο. Αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό της σύλληψης του συγκεκριμένου Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού Ιδεών, ο οποίος για μία θεματολογία κλίμακας πόλης προσδοκάει απαντήσεις μέσα από τα εργαλεία της αρχιτεκτονικής παλέτας. Μοιραία, σε αυτό το πλαίσιο η πλειονότητα των διαγωνιζομένων - συμπεριλαμβανομένης της πρότασης που απέσπασε το 1ο βραβείο - περιορίστηκαν στη συστηματοποίηση επιλύσεων αστικού σχεδιασμού (urban design) παραβλέποντας θέματα κρίσιμα που, όντας σχετισμένα με τα μνημεία ως αρχιτεκτονήματα, επηρεάζουν άμεσα τον χειρισμό του αστικού χώρου και τη λειτουργία της πόλης ως ενιαίου οργανισμού, δηλαδή άπτονται θεμάτων πολεοδομίας (urban planning).

Παρενθετικά σχολιάζοντας, παρατηρούμε ότι οι διακριθείσες ομάδες χαρακτηρίζονται από μη εντοπιότητα και ως εκ τούτου, πιθανόν στερούνται καθημερινής τριβής με το υφιστάμενο αστικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης. Η παρατήρηση δεν έχει αφορμή κάποια τοπικιστική διάθεση. Αντίθετα, θεωρώ ότι η αποστασιοποίηση μπορεί να λειτουργεί θετικά ως συνθήκη για τη διατύπωση ριζοσπαστικών προτάσεων, όπως και έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ωστόσο, η βραβευμένη πρόταση, όπως εκφράζεται μέσα από τις φωτορεαλιστικές απεικονίσεις που αντανακλούν το πνεύμα των ιδεών για το σχεδιαζόμενο έργο, εμπεριέχει - ενδεχομένως αναγκαστικά λόγω της φύσης του διαγωνισμού - απλουστευτικές προτάσεις ή καθόλου προτάσεις για πολεοδομικές ιδιαιτερότητες της πόλης και για αξίες που ενσωματώνουν τα μνημεία της, οι οποίες δεν θα παρέλειπε ένας μελετητής με βιωματική σχέση με την πόλη.

enopoiisiiarxaiologikon.png

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, τα μνημεία του κέντρου, στην πλειονότητά τους βυζαντινοί ναοί, πέραν της αρχιτεκτονικής τους μοναδικότητας και της καλλιτεχνικής τους αξίας, φέρουν ισχυρό κοινωνικό και συμβολικό φορτίο ως ενεργοί πυρήνες της κοινωνικής και θρησκευτικής ζωής της πόλης· πολλά δε εξ αυτών είναι δεμένα με ιστορικά γεγονότα της συλλογικής μνήμης. Έτσι, οι λειτουργικές τους ανάγκες ξεπερνούν κατά πολύ τις προτεινόμενες σχεδιαστικές λύσεις που εξαντλούνται σε επίπεδο δαπεδοστρώσεων και φυτεύσεων (όπως φαίνεται στις απεικονίσεις), τα δε θέματα προσβασιμότητας στα μνημεία δεν απαντώνται με τις κλασικές και τετριμμένες απλές διατυπώσεις που παρατέθηκαν στην πρόταση ως ιδέες σχεδιασμού.

Ενδεικτικά μόνο (για να μην μένουμε σε αοριστολογίες), οι εν λειτουργία ναοί απαιτούν συγκεκριμένες προβλέψεις για την πρόσβαση οχημάτων και τη διαμόρφωση των απαραίτητων χώρων συνάθροισης και εορτασμών για την ολοκληρωμένη λειτουργία τους. Επιπλέον, η άρθρωσή τους στον αστικό ιστό είναι σχεδιαστικά στοχευμένη σε άμεση συσχέτιση με το οδικό δίκτυο και διέπεται από σαφή πολεοδομικά κριτήρια με έντονο αστικό συμβολισμό. Η ελάχιστη χειρονομία ενοποίησης και ανάδειξης θα ήταν η διατήρηση και ενδυνάμωση αυτού του ήδη υπαρκτού πολεοδομικού status.

Αν το πούμε με άλλα λόγια, στο σχεδιαζόμενο έργο, τα μνημεία αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα τέχνης προς ανάδειξη και υποβιβάζονται σε απλά γλυπτά εντός ιστορικών τόπων. Η προσέγγιση αυτή προκαλεί συνειρμούς με τις πολεοδομικές συνέπειες της πυρκαγιάς του 1917, όταν τα μνημεία υπέστησαν βίαιο αποχωρισμό από τον οργανικό τους ιστό. Οφείλει να αποφευχθεί μια ανάλογη δεύτερη φάση αποξένωσής τους από το αστικό σώμα και την κοινότητα των μόνιμων χρηστών (χάριν του design;).

Στις απεικονίσεις είναι επίσης χαρακτηριστική η απουσία ανθρώπινης δραστηριότητας και οχημάτων, με αποκορύφωμα την οδό Αλεξάνδρου Σβώλου όπου προσομοιώνεται τοπίο εγκαταλειμμένης πόλης όπου έχει εισχωρήσει η φύση. Όμως η έντονη παρουσία του κόσμου και η υπερσυγκέντρωση μικτών χρήσεων στα ισόγεια και τα πεζοδρόμια είναι η ταυτότητα της πόλης, προϊόν μιας αδιάλειπτης αστικής κατοίκησης 23 αιώνων. Παράλληλα, η εμφανής παρουσία των οχημάτων στο κέντρο θα παραμείνει δεδομένη έως ότου τα μέσα μαζικής μεταφοράς καλύψουν πλήρως τις ανάγκες μετακίνησης, εκτός και αν υπάρξουν ριζοσπαστικές προτάσεις αντιμετώπισης του θέματος.

Αυτό οδηγεί σε μια δεύτερη δέσμη παραλείψεων πολεοδομικής φύσεως και πρακτικών προβλημάτων, άρρηκτα σχετισμένων με τα θέματα ανάδειξης των μνημείων (που την αντιλαμβάνομαι ως μέρος της δεοντολογίας της ενοποίησης των μνημείων). Δεδομένου ότι οι δημόσιοι χώροι του κέντρου συνδέονται σχεδόν στο σύνολό τους με μνημεία και επί δεκαετίες λειτουργούν ως χώροι στάθμευσης, κάποια ουσιαστική μεθόδευση απομάκρυνσης των οχημάτων οφείλει να αποτελεί a priori μέρος του προβληματισμού ανάδειξης των μνημείων. Η απλή αναφορά της διακριθείσας πρότασης στο Σχέδιο Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας (ΣΒΑΚ) και η αναφορά σε χωροθέτηση ποδηλατοδρόμων κρίνονται ανεπαρκείς για την ουσιαστική εξυγίανση του αστικού τοπίου ανάδειξης των μνημείων. Οι ιδέες για το συγκεκριμένο θέμα οφείλουν να το θίγουν επαρκώς μέσα σε ένα πλαίσιο πραγματισμού. Σε άλλη περίπτωση το εγχείρημα της ανάδειξης – ενοποίησης θα παρεκκλίνει και θα χάσει τον στόχο του.

Τέλος, να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στη διαδικασία υλοποίησης της Ενοποίησης και Ανάδειξης. Πέραν των αναγκαίων πολεοδομικών ρυθμίσεων για πεζοδρομήσεις, αποχαρακτηρισμούς αξόνων, κ.λπ. υφίστανται υπαρκτά ιδιοκτησιακά ζητήματα και ανάγκες θεσμικού ανακαθορισμού του περιβάλλοντος χώρου των μνημείων. Οι γραφειοκρατικές αυτές παράμετροι όταν ‘’μπουν στο παιχνίδι’’ ενδέχεται να αλλοιώσουν την καθαρότητα των σχεδιαστικών προτάσεων και, κυρίως, να προκαλέσουν σημαντικές καθυστερήσεις, βάζοντας στο κάδρο τον κρίσιμο παράγοντα του χρόνου.

Αθροίζοντας τα παραπάνω, η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων δεν αποτελεί ένα αυτοτελές αρχιτεκτονικό έργο, αλλά ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα πολλαπλών παρεμβάσεων που απαιτεί βάθος χρόνου για να γίνει αισθητή. Όμως το πολεοδομικό γίγνεσθαι δεν περιμένει. Καθώς το αστικό παλίμψηστο αποτελεί ένα δυναμικό, συνεχώς εξελισσόμενο σύστημα, η κατανόηση των συνεπειών του χρόνου επί της αστικής μεταμόρφωσης είναι κομβική τόσο για τον ορθό σχεδιασμό όσο και για τη διασφάλιση της χρηματοδοτικής βιωσιμότητας και ανταποδοτικότητας του εγχειρήματος.

Για να διατυπώσουμε ένα συμπέρασμα, κρίνεται μάλλον επιβεβλημένος ο εμπλουτισμός των προτάσεων για το έργο «Ενοποίηση και Ανάδειξη Αρχαιολογικών Χώρων & Μνημείων της Θεσσαλονίκης». Το εν λόγω έργο φιλοδοξεί εξ αρχής να είναι επιχειρησιακή πλατφόρμα υλοποίησης ιδεών αρχιτεκτονικού σχεδιασμού σε κλίμακα πόλης. Η εμπλουτισμένη πρόταση που καταθέτει η παρούσα προσέγγιση είναι να αντιμετωπιστεί ως μια συγκροτημένη επιχειρησιακή πλατφόρμα διεπιστημονικού σχεδιασμού έργων αστικής ανάπλασης με στόχευση σε ολιστικές απαντήσεις στα σύνθετα προβλήματα των μνημείων -ως λειτουργικά ενεργών, κοινωνικά σημαντικών και ιστορικών οντοτήτων- και στα ιδιαίτερα θέματα της πολεοδομικής δομής του κέντρου της Θεσσαλονίκης, ενσωματώνοντας ταυτόχρονα τη διάσταση του χρόνου στον επιχειρησιακό της προγραμματισμό.

ESPA