Ήταν Οκτώβριος του 2003, λίγες ημέρες πριν από την παρέλαση όταν δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από τον Χάρη Καστανίδη υπουργό, τότε, Μακεδονίας-Θράκης. «Έχω μια ιδέα», μου είπε, «σκέφτομαι να οργανώσω μία συζήτηση με τους κατοίκους και τους γονείς μαθητών στο λύκειο της Νέας Μηχανιώνας για να τους μιλήσω για το θέμα του Οδυσσέα Τσενάι, πώς σου φαίνεται;», με ρώτησε. «Παράτολμη, αλλά ενδιαφέρουσα», του απάντησα. «Θα είναι μαζί μου και ο Χρίστος Τσολάκης», ο εξαίρετος δάσκαλος, ομότιμος, τότε, καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας στο ΑΠΘ. «Πρέπει να σπάσουμε αυτό το κλίμα ρατσισμού που καλλιεργείται από ορισμένους εκεί τα τελευταία χρόνια, η ανοιχτή κοινωνία δεν πρέπει να ηττηθεί» ήταν η φιλοδοξία του Καστανίδη.
Το 2003 ο Οδυσσέας φοιτούσε στην τελευταία τάξη του λυκείου. Ως πρώτος μαθητής θα ήταν δικαιωματικά ο σημαιοφόρος του σχολείου στην παρέλαση. Όμως, οι αντιδράσεις μίας ομάδας γονέων, συνεπικουρούμενων και από γνωστούς ακροδεξιούς κύκλους, αντέδρασε σε αυτή την προοπτική επειδή ο αριστούχος μαθητής ήταν αλβανικής καταγωγής. Έπεισαν, μάλιστα, τα παιδιά τους, να προχωρήσουν σε κατάληψη του σχολείου προκειμένου η σημαία να μην καταλήξει στα χέρια ενός «ξένου».
Το ίδιο έργο είχε παιχτεί και τρία χρόνια νωρίτερα όταν ο Οδυσσέας αποφοιτούσε από το γυμνάσιο. Και τότε, όπως και τώρα, μπροστά στην απίστευτη αναστάτωση που είχε δημιουργηθεί, αποφάσισε ο ίδιος να δώσει λύση στο πρόβλημα, παραιτούμενος του δικαιώματός του και έτσι η σημαία κατέληξε σε χέρια Έλληνα συμμαθητή του.
Οι κραυγές
Το αμφιθέατρο του λυκείου ήταν κατάμεστο από οργισμένους γονείς και διάφορα «σταγονίδια» που είχαν έρθει από τη Θεσσαλονίκη προς υπεράσπισή τους. Απέναντί τους στέκονταν ένας υπουργός και ένας ακαδημαϊκός δάσκαλος. Η πλειονότητα των γονέων και της κοινωνίας της Νέας Μηχανιώνας που δεν συμφωνούσε με τη μεταχείριση του Οδυσσέα ήταν απόντες. Όπως απόντες ήταν, δυστυχώς και οι εκπαιδευτικοί του σχολείου. Οι λιγοστοί, αλλά δυναμικοί και θορυβώδεις, με κραυγές, βρισιές και απειλές, είχαν επιτύχει τον σκοπό τους. Η σθεναρή στάση του Καστανίδη και το πείσμα του Τσολάκη -«όσο και να με βρίζετε, εγώ αυτά που θέλω να πω θα σας τα πω»- δεν είχαν αποτέλεσμα. Τα επιχειρήματα θάφτηκαν κάτω από τις κραυγές.
Επέστρεψα σε εκείνη την ταραχώδη συγκέντρωση στο λύκειο της Νέας Μηχανιώνας με αφορμή μία συνέντευξη του Οδυσσέα Τσενάι στην «Καθημερινή». Η διαδρομή του, επιστημονική και επαγγελματική αυτά τα είκοσι τρία χρόνια, απ’ όταν έφυγε από τη Νέα Μηχανιώνα είναι αξιοθαύμαστη. Όμως, μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε εκείνες τις πρωτόγνωρες εμπειρίες του που είχαν απασχολήσει το πανελλήνιο. Κυρίως, όμως, με εντυπωσίασαν τα συναισθήματα που τρέφει σήμερα για τους ανθρώπους της Νέας Μηχανιώνας, τους γείτονες, τους συμμαθητές του, αλλά και για τη Θεσσαλονίκη.
Στις ΗΠΑ
Όταν η οικογένειά του ήρθε στην Ελλάδα από την Αλβανία, το 1997, εκείνος ήταν δώδεκα ετών. «Όλοι οι γείτονες μας υποδέχθηκαν με ζεστασιά και μας άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Αυτό είναι για μένα το αληθινό πρόσωπο της Ελλάδας: Της ενσυναίσθησης και της αλληλεγγύης», θυμάται.
Στις Πανελλαδικές ο Οδυσσέας πέτυχε να εισαχθεί στο Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ. Παρακινούμενος, όμως, από τον διακεκριμένο καθηγητή Στέλιο Παπαδόπουλο, έναν από τους πλέον επιδραστικούς ανθρώπους στον τομέα της Φαρμακευτικής και της Βιοτεχνολογίας, πήρε το ρίσκο να πάει για σπουδές στις ΗΠΑ. Αρχικά στη Φυσική, στο Boston College και στη συνέχισα στην Ιατρική, στο Harvard, όπου έκανε το διδακτορικό του. Σήμερα εργάζεται ως παθολογοανατόμος και διδάσκει σε ένα από τα μεγάλα πανεπιστημιακά ιατρικά κέντρα των ΗΠΑ, στο NYU Langone Health. Ζει στη Νέα Υόρκη με τη σύζυγό του Μπλέρτα, επίσης αλβανικής καταγωγής, και τα δύο παιδιά τους, μία κόρη επτά ετών και έναν γιο τριών.
Οι φίλοι και η Θεσσαλονίκη
Βρισκόμενος πέραν του Ατλαντικού, τα ίχνη του Οδυσσέα χάθηκαν. Ποιος θα νοιαζόταν, άλλωστε, για την τύχη ενός παιδιού που βίωσε την απόρριψη, πριν καν να προλάβει να ξεδιπλώσει τις αρετές του. Οι περισσότεροι, πρώην συγχωριανοί του, αδιαφόρησαν, κάποιοι λιγοστοί, αυτοί που τον έστησαν στον τοίχο λόγω της καταγωγής του, δεν θα ήθελαν να ξέρουν, φοβούμενοι ενδεχομένως, ότι εκείνος ο 15χρονος απόφοιτος του γυμνασίου που του στέρησαν τη σημαία, ίσως να τα είχε καταφέρει καλύτερα απ' ό,τι τα δικά τους παιδιά.
Οποιοσδήποτε στη θέση του θα είχε ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του. Και ποιος, άραγε, θα τον αδικούσε; Ο Οδυσσέας Τσενάι, όμως, δεν «έφυγε» ποτέ από την Ελλάδα, από τους φίλους του, από τη Θεσσαλονίκη.
«Οι καλύτεροι φίλοι μου είναι ακόμη στη Θεσσαλονίκη. Ο Θοδωρής, ο Στράτος, ο Μάνος, η Ελισάβετ. Εδώ δεν έχω κάνει πραγματικές φιλίες, δυνατές, όπως αυτές που χτίζονται στα μαθητικά χρόνια», εξομολογείται.
Η Θεσσαλονίκη είναι γι’ αυτόν η ωραιότερη πόλη του κόσμου. «Ειλικρινά, μου λείπει πολύ. Εκεί, μπροστά στον Λευκό Πύργο, έκανα πρόταση γάμου στην Μπλέρτα». Και που θα ’θελε να ζήσει, όταν με το καλό ολοκληρώσει τον επαγγελματικό κύκλο του; «Κάπου στη Θεσσαλονίκη, κοντά στη θάλασσα. Ακόμη και στη Νέα Μηχανιώνα, γιατί όχι;».
Από τον Οκτώβριο του 2003, έχουν αλλάξει πολλά. Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες φτάνουν κατά χιλιάδες στην Ελλάδα, μα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι αλλοδαποί σημαιοφόροι έπαψαν να αποτελούν είδηση, ακόμη και στη Νέα Μηχανιώνα. Διερωτώμαι, μήπως ωρίμασαν πλέον οι συνθήκες ώστε, με πρωτοβουλία της διοίκησης του Δήμου Θερμαϊκού, να κλείσει επιτέλους αυτή η πληγή που άνοιξε πριν από είκοσι τρία χρόνια. Θα είναι μία έμμεση αναγνώριση ενός λάθους που εξακολουθεί να σκιάζει τη μικρή κοινωνία της Νέας Μηχανιώνας, αλλά συγχρόνως και ένα μήνυμα πως όλα αυτά δεν έχουν πλέον θέση στο σήμερα.
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 01.11.2026