Στις 21 Σεπτεμβρίου βρεθήκαμε στο Γερμανικό Κοινοβούλιο με αφορμή μία προβολή του ντοκιμαντέρ «Πες μου» του Νίκου Μεγγρέλη που αφηγείται την προσωπική αναμέτρηση της φωτογράφου Ρενέ Ρεβάχ, η οποία συνυπογράφει το σενάριο, με το διαγενεακό τραύμα που έχει προκαλέσει στην οικογένειά της το Ολοκαύτωμα.
Μαζί μας βρέθηκε και η επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, Λόλα Άντζελ που συν τοις άλλοις συμμετέχει και στην ταινία. Πριν την εκδήλωση η ξενάγηση στο Γερμανικό Κοινοβούλιο με το συγκεκριμένο γκρουπ ήταν συγκλονιστική.
Πρόκειται για έναν τεράστιο χώρο, όπου η Ιστορία συνυπάρχει καθημερινά με τη σύγχρονη πολιτική -διασταυρωθήκαμε στον ανελκυστήρα με αντιπροσωπεία του AfD…- όπου τα σημάδια της μνήμης χάρη και στη συνεισφορά της αρχιτεκτονικής και της τέχνης λειτουργούν σαν μία διαρκής πυξίδα για το μέλλον. Μία πυξίδα που μοιάζει να υπολειτουργεί τελευταία, αλλά ας μην ανοίξουμε τώρα αυτό το κεφάλαιο.
Σκέφτομαι ακόμη τα λόγια της βουλευτίνας των Πρασίνων και πρώην υπουργού Πολιτισμού της Γερμανίας, Claudia Roth, που μας υποδέχτηκε ως εξής: «Η πολιτική της μνήμης δεν είναι τελετουργική άσκηση, είναι πολιτική ευθύνη και υποχρέωση για το παρόν και το μέλλον. Πρέπει να μιλάμε δυνατά και για όσους/ες δεν μπορούν πια να μιλήσουν».
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 30 Σεπτεμβρίου επισκέφθηκα το σχολείο μου, τη Γερμανική Σχολή Θεσσαλονίκης για μία τελετή που διοργανώθηκε με αφορμή την τοποθέτηση αναμνηστικής πλακέτας προς τιμήν των Εβραίων μαθητών και μαθητριών της που εκτοπίστηκαν και δολοφονήθηκαν στο Ολοκαύτωμα.
Για ένα σχολείο με τόσο σημαντική ιστορία και διαρκή παρουσία στην πόλη ήδη από τον 19o αιώνα αυτή ήταν μία βαριά «εκκρεμότητα». Ενδεικτικό είναι ότι κατά τα χρόνια που φοιτήσαμε στη ΓΣΘ δεν ασχοληθήκαμε με το συγκεκριμένο ζήτημα. Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν πολύ αξιόλογες πρωτοβουλίες από τη διδακτική και τη μαθητική κοινότητα όπως η παραγωγή του ντοκιμαντέρ «Mneme» που προβλήθηκε μεταξύ άλλων και στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Η Γενική Πρόξενος της Γερμανίας, Monika Frank, μίλησε για την ευθύνη της μνήμης, επισημαίνοντας ότι η αναμνηστική πλακέτα που τοποθετήθηκε στη Σχολή αποτελεί μόνο ένα πρώτο βήμα.
«Η αλήθεια, όμως, απαιτεί να πούμε και κάτι ακόμη: Αυτή η εκδήλωση έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί εδώ και πολύ καιρό. Και δεν αρκεί», τονίζοντας έτσι την ανάγκη, πέρα από την πλακέτα, ν’ αναζητηθούν και να αναδειχθούν τα ονόματα όλων των Εβραίων μαθητών/τριών που φοίτησαν στη Γερμανική Σχολή.
Στη Shida Bazyar απονεμήθηκε στις αρχές Οκτώβρη το Γερμανικό Βραβείο Βιβλίου (Deutscher Buchpreis), η μεγαλύτερη αναγνώριση που μπορεί να λάβει κάποιος/α συγγραφέας στη χώρα. Η Bazyar, παιδί πολιτικών προσφύγων από το Ιράν στη Γερμανία, με το βιβλίο της «Τα κενά» (Die Lücken) επιχειρεί να φωτίσει τις αιτίες που μπορεί να καλλιεργήσουν μία συλλογική λήθη και να καταπιέσουν διάφορες φωνές σε μία κοινωνία όπως η γερμανική. Είναι ένα έργο για τα κενά στην κουλτούρα μνήμης που τα συναντούμε συνεχώς μπροστά μας καθώς γράφονται οι πιο φρέσκες σελίδες της Ιστορίας.
Οι παραπάνω σκέψεις συσσωρεύονται πάνω στην πεποίθηση πως η Θεσσαλονίκη είναι μία πόλη που πορευόταν για δεκαετίες, καταπνίγοντας ή παρερμηνεύοντας σκοπίμως τη δημόσια μνήμη μέχρι τη δημαρχία του Γιάννη Μπουτάρη που άλλαξε πολλά πράγματα και μετακίνησε διάφορα γρανάζια, όμως απομένει τόση πολλή δουλειά που πρέπει να γίνει σε τόσα κεφάλαια που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη ιστορία της πόλης.
Στη σημερινή κυριαρχία του εφήμερου που τα όρια ανάμεσα στο σημαντικό και το ασήμαντο, το αληθινό και το ψεύτικο είναι δυσδιάκριτα καλούμαστε συλλογικά, αρχές, φορείς, Κοινωνία των Πολιτών αλλά και ο καθένας και η καθεμιά μας ατομικά να αντιληφθούμε την ευθύνη της μνήμης και να ορίσουμε το μέλλον μας, τοπικά, εθνικά αλλά και διεθνώς, αντλώντας τα απαραίτητα μαθήματα. Ο κόσμος γύρω μας βρίθει αποδείξεων γύρω από το πόσο καταστροφική είναι η αντίθετη διαδρομή.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 11.10.2026