«Συνταγές» εκλογικής επιτυχίας. Γράφει ο Μιχάλης Γουδής

Μιχάλης Γουδής
Γράφει Μιχάλης Γουδής Διευθυντής του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ, γραφείο Θεσσαλονίκης-Ελλάδα

Η πρόσφατη κυριαρχία της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στις εκλογές για το Κρατίδιο της Σαξονίας-Ανχαλτ δεν προκάλεσε σοκ, καθώς ήταν μία αναμενόμενη εξέλιξη. Ωστόσο, επιβεβαίωσε την ευρύτερη τάση που μοιάζει να μην μπορεί να τη σταματήσει τίποτα τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ευρώπη όπως και σε σημαντικά τμήματα του υπόλοιπου κόσμου. Οι ακραίες φωνές κερδίζουν, προσελκύοντας ένα ευρύ φάσμα ψηφοφόρων. Στη Σαξονία-Άνχαλτ, το AfD ήταν πρώτη δύναμη σε όλες τις δημογραφικές και κοινωνικές ομάδες με εξαίρεση το εκλογικό σώμα των 70+. Και οι παράγοντες που οδηγούν στην επιτυχία των άκρων αναλύονται αρκετά, σπανίζουν οι περιπτώσεις, στις οποίες οι πιο προοδευτικές φωνές καταφέρνουν να εισακουστούν, να ασκήσουν ουσιαστική αντιπολίτευση ή και να διεκδικήσουν με αξιώσεις και να επιτύχουν μία εκλογική νίκη που θα δείξει τον δρόμο και σε άλλους.

Η συγκριτική ανάλυση με τίτλο «Πώς κερδίζονται εκλογές» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ στο Βερολίνο επιχειρεί να αντλήσει συμπεράσματα και μαθήματα από εκλογικές νίκες κεντροαριστερών υποψηφίων στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Μπορούν ιδέες με το παραπάνω πρόσημο να βρουν απήχηση σε μια εποχή λαϊκισμού, συναισθηματικής πόλωσης και αυταρχικών τάσεων; Η μελέτη, την οποία συνεπιμελήθηκαν ο Fabio Ellger και ο Sebastian Bukow, θέτει το ερώτημα: Τι κοινό έχουν ο Cem Özdemir στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, ο Mark Carney στον Καναδά και η Abigail Spanberger στη Βιρτζίνια; Πώς κατάφεραν ο Zohran Mamdani στη Νέα Υόρκη, η Sisse Marie Welling στην Κοπεγχάγη, ο Rob Jetten στην Ολλανδία και ο Keir Starmer στη Μεγάλη Βρετανία να εξασφαλίσουν πλειοψηφίες; Κάθε εκλογική αναμέτρηση είναι διαφορετική, κάθε πλαίσιο έχει τη δική του λογική. Ωστόσο, διακρίνονται ορισμένα μοτίβα που εξηγούν πώς κερδήθηκαν αυτές οι εκλογές.

Ο πρώτος παράγοντας είναι το πρόσωπο, μία αξιόπιστη προσωπικότητα που μπορεί να συνδυάσει έναν αέρα ανανέωσης με την ικανότητα. Το δεύτερο και καθοριστικό σημείο αφορά το περιεχόμενο του προγράμματος. Εδώ, οι συγκεκριμένες λύσεις σε φλέγοντα ζητήματα της καθημερινότητας είναι αυτές που εύλογα επιβραβεύονται. Η οικονομική προσιτότητα (affordability) στην κατοικία, την ενέργεια και την υγεία με χειροπιαστές προτάσεις βρίσκεται στο επίκεντρο, ενώ δεν γίνεται εστίαση σε ζητήματα ταυτότητας ή σε αυτό που συχνά αναφέρεται ως πολιτισμικός πόλεμος (Kulturkampf). Η τρίτη πτυχή αφορά το ύφος της καμπάνιας. Η αντίληψη των αγωνιών και των προσδοκιών των ψηφοφόρων σε συνδυασμό με την ξεκάθαρη αποστασιοποίηση/διάκριση σε σχέση με τις ακραίες φωνές μοιάζει να δίνει προβάδισμα σε αντίθεση με την προσπάθεια οικειοποίησης κομματιών της ακροδεξιάς ατζέντας. Τέλος, η κινητοποίηση ψηφοφόρων που είτε απείχαν/απέχουν είτε επέλεγαν κόμματα του ίδιου χώρου που δεν τύγχαναν εκπροσώπησης στο κοινοβούλιο ή στο δημοτικό συμβούλιο είναι κρίσιμη. Στις περισσότερες από τις περιπτώσεις που εξετάστηκαν η νίκη συμβαδίζει με υψηλά ποσοστά συμμετοχής. Εντούτοις, αυτό δε λειτουργεί πάντα προς όφελος των προοδευτικών δυνάμεων όπως διδάσκουν και άλλες εκλογές, συμπεριλαμβανομένης αυτής στη Σαξονία-Άνχαλτ όπου η συμμετοχή ξεπέρασε το 77%.

Η μελέτη των Ellger και Bukow καταλήγει πως όποιος θέλει να προασπίσει τη Δημοκρατία, καλείται να αποδείξει, πως η τελευταία πράγματι λειτουργεί προς όφελος των πολιτών. Και εν τέλει αυτή είναι η «συνταγή της επιτυχίας», η επιστροφή στον πυρήνα των αξιών, η παροχή λύσεων που θα δίνουν σάρκα και οστά σε έννοιες όπως η κοινωνική δικαιοσύνη και η ευημερία.

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 20.09.2026

ESPA