Όσοι όταν ακούνε νέα για τον ΣΥΡΙΖΑ, τους έρχεται στο μυαλό με χαιρεκακία η γνωστή φράση: «ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα», μάλλον θα απογοητευτούν. Όσοι και να φεύγουν κάθε μέρα, φωναχτά ή σιωπηλώς, πάντα θα εμφανίζεται ένας άλλος, που θα κρατάει την πόρτα ανοιχτή και θα διεκδικεί να αναγορευτεί ως ο κλειδούχος, ο κλειδοκράτορας.
Λογικό θα μου πείτε. Το μαγαζί, μπορεί να μην παραμένει γωνιακό, μπορεί να έχει συληθεί όπως οι τάφοι των φαραώ της αρχαίας Αιγύπτου (με εξαίρεση αυτού του Τουταγχαμών που ήταν ο μόνος που ανακαλύφτηκε από αρχαιολόγους πριν τους προλάβουν οι αρχαιοκάπηλοι), αλλά δεν είναι και του πεταματού.
Έχει ιστορία, αλλά το κυριότερο έχει ιδιόκτητο ακίνητο (κτίριο ολόκληρο στην Κουμουνδούρου), διαθέτει τίτλους ιστορικής εφημερίδας και άδεια ραδιοφωνικών σταθμών και εξασφαλισμένη χρηματοδότηση από το κράτος- βρέξει χιονίσει- για κάποια χρόνια ακόμη (τουλάχιστον μέχρι τις επόμενες ευρωεκλογές).
Έτσι, όσο κι αν αποχωρούν το ένα μετά το άλλο τα μέχρι πρότινος προβεβλημένα στελέχη, πάντα θα βρίσκεται ένας να πει : «εγώ είμαι εδώ» και να αναλάβει να ανακόψει την πορεία της διάλυσης ευελπιστώντας- ενδεχομένως αβάσιμα- ότι θα κρατήσει το κόμμα ζωντανό σε πρώτη φάση και θα καταφέρει να εξασφαλίσει ανανέωση της κοινοβουλευτικής του παρουσίας μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές.
Αφού έφυγαν οι «αριστερόστροφοι» που δεν άντεχαν την δεξιά στροφή του Τσίπρα (Λαφαζάνηδες, Βαρουφάκηδες, Κωνσταντοπούλου), το κόμμα παραδόθηκε στον… ξενόφερτο Κασσελάκη εξαναγκάζοντας σε αποχώρηση τη Νέα Αριστερά των Τσακαλώτου, Χαρίτση, Αχτσιόγλου, Σακελλαρίδη), πριν έρθει η ώρα του εξοβελισμού του ίδιου του Κασσελάκη και την… επιστράτευση του Φάμελλου, ο οποίος ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του όταν ο… ιδιοκτήτης του χώρου Αλέξης Τσίπρας μετακόμισε σε νέο δικό του μαγαζί πολυτελείας.
Σαστισμένος ο Φάμελλος, είδε τον Τσίπρα να παίρνει πρώτα τους… κολλητούς του κι ακολούθως να προσκαλεί τους πρόθυμους να σπεύσουν στον προθάλαμο του από όπου θα επιλέξει ο ίδιος με το προσωπικό του face control ποιους θα επιτρέψει να περάσουν μέσα και ποιους θα τους αφήσει να… κρατάνε την χειρολαβή.
Φύγε ο ένας, φύγε ο άλλος, ο Σωκράτης αποφάσισε να παραδώσει τα κλειδιά, χωρίς όμως να φύγει από τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε να σπεύσει στον προθάλαμο του Τσίπρα στη διαδικασία της απολίτικης αξιολόγησης από αυτόν.
Ο Φάμελλος κράτησε την αξιοπρέπειά του, όπως το ίδιο έπραξε και ο Χρήστος Σπίρτζης ο οποίος δεν έσπευσε σαν λιγούρης να δεχτεί την κενωθείσα από παραίτηση βουλευτή που οδεύει προς Τσίπρα έδρα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως αποδεικνύεται σκληρός για να πεθάνει. Απεναντίας η θέση του επικεφαλής του προκαλεί μνηστήρες που είναι έτοιμοι να προσφέρουν γη και ύδωρ ή για να το πω ορθότερα, να σφαχτούν για να επικρατήσουν.
Οψόμεθα λοιπόν.
Όσα συμβαίνουν σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ δύσκολα μπορούν πλέον να χαρακτηριστούν μια απλή εσωκομματική κρίση. Το κουβάρι έχει ξετυλιχτεί εδώ και αρκετό καιρό, με αποχωρήσεις στελεχών, διασπάσεις, συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις και μια εικόνα που θυμίζει περισσότερο κόμμα σε αναζήτηση ταυτότητας παρά αξιωματική αντιπολίτευση. Η τελευταία εξέλιξη, με την αποχώρηση ακόμα και του προέδρου του Σωκράτη Φάμελλου από την ηγεσία, έρχεται να προστεθεί σε μια αλυσίδα γεγονότων που ξεκίνησε εκείνο το πρωινό που ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε στο Ζάππειο ότι παραιτείται από την ηγεσία, μετά από μία μεγάλη εκλογική ήττα.
Όσο εντυπωσιακή (με την κακή έννοια) κι αν φαίνεται η κατάσταση, δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει στην Ευρώπη. Αντίθετα, η πολιτική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα κομμάτων που κυβέρνησαν για δεκαετίες, διαμόρφωσαν την πορεία των χωρών τους και έμοιαζαν ακλόνητα, μέχρι που βρέθηκαν αντιμέτωπα με μια πραγματικότητα που δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν: την απώλεια της ηγετικής τους φυσιογνωμίας και την αδυναμία να ανανεωθούν.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση βρίσκεται στην Ιταλία. Η Χριστιανοδημοκρατία (Democrazia Cristiana) κυβέρνησε σχεδόν αδιάκοπα από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα κόμμα. Ήταν ο βασικός άξονας πάνω στον οποίο στηρίχθηκε το ιταλικό πολιτικό σύστημα για σχεδόν πέντε δεκαετίες. Όταν όμως ξέσπασαν τα σκάνδαλα διαφθοράς του «Tangentopoli» και οι έρευνες της επιχείρησης «Mani Pulite», η παλιά ηγεσία αποδομήθηκε, το κύρος του κόμματος κατέρρευσε και δεν βρέθηκε ποτέ μια νέα γενιά στελεχών που θα μπορούσε να κρατήσει ενωμένο τον χώρο. Το αποτέλεσμα ήταν η διάλυσή του το 1994.
Την ίδια περίπου εποχή εξαφανίστηκε και το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSI). Ο Μπετίνο Κράξι είχε μετατρέψει το κόμμα σε πρωταγωνιστή της ιταλικής πολιτικής, όμως όταν βρέθηκε στο επίκεντρο των ίδιων δικαστικών ερευνών, το οικοδόμημα κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος. Ο Κράξι έφυγε από την Ιταλία και μαζί του χάθηκε και το κόμμα που κυριαρχούσε μέχρι τότε.
Στην Ισπανία, η Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου (UCD) του Αντόλφο Σουάρεθ ήταν το κόμμα που οδήγησε τη χώρα στη δημοκρατική μετάβαση μετά τον Φράνκο. Κανείς δεν φανταζόταν ότι λίγα μόλις χρόνια αργότερα θα είχε διαλυθεί. Κι όμως, οι εσωτερικές διαφωνίες, οι αποχωρήσεις στελεχών και η αποχώρηση του ίδιου του Σουάρεθ αποδείχθηκαν αρκετές για να οδηγήσουν σε μια θεαματική κατάρρευση.
Στη Γαλλία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν διαλύθηκε, όμως αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο γρήγορα μπορεί να χαθεί η πολιτική κυριαρχία. Από την εποχή του Φρανσουά Μιτεράν μέχρι και την προεδρία του Φρανσουά Ολάντ αποτελούσε έναν από τους δύο βασικούς πυλώνες του πολιτικού συστήματος. Σήμερα, η επιρροή του είναι αισθητά περιορισμένη, καθώς μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του μετακινήθηκε είτε προς τον Εμανουέλ Μακρόν είτε προς την πιο ριζοσπαστική αριστερά του Ζαν-Λυκ Μελανσόν.
Και φυσικά υπάρχει το ελληνικό παράδειγμα του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου κυριάρχησε επί δεκαετίες και ταυτίστηκε όσο λίγα με τον ιδρυτή του. Παρότι συνέχισε να κυβερνά μετά τον θάνατό του, η οικονομική κρίση και τα μνημόνια προκάλεσαν τη μεγαλύτερη ίσως εκλογική κατάρρευση κυβερνητικού κόμματος στην Ευρώπη των τελευταίων δεκαετιών. Η ανάκαμψη αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη από όσο πολλοί περίμεναν.
Υπάρχουν και πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις προσωποπαγών κομμάτων. Το αυστριακό BZÖ, που ίδρυσε ο Γεργκ Χάιντερ, έχασε σχεδόν κάθε πολιτική επιρροή μετά τον αιφνίδιο θάνατό του. Σαν να είχε χαθεί ο λόγος ύπαρξής του.
Η ιστορία δείχνει ότι τα μεγάλα κόμματα σπάνια πέφτουν από τη μια μέρα στην άλλη. Συνήθως προηγείται μια μακρά περίοδος εσωστρέφειας, συγκρούσεων, αποχωρήσεων και απώλειας αξιοπιστίας. Η φυγή ενός αρχηγού ή μιας ιστορικής γενιάς στελεχών δεν είναι από μόνη της η αιτία της κατάρρευσης. Είναι, όμως, πολλές φορές η στιγμή που αποκαλύπτει ότι το κόμμα έχει ήδη χάσει τη συνοχή, την ταυτότητα και την ικανότητα να πείσει την κοινωνία ότι μπορεί να εκφράσει το αύριο.
Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα που αφήνουν όλες αυτές οι ευρωπαϊκές περιπτώσεις. Τα κόμματα που στηρίζονται αποκλειστικά σε πρόσωπα μπορεί να κερδίσουν εύκολα εξουσία. Όταν όμως τα πρόσωπα φύγουν, τότε δοκιμάζεται αν υπάρχουν ιδέες, δομές και νέα στελέχη που μπορούν να κρατήσουν ζωντανό τον οργανισμό. Αν δεν υπάρχουν, η ιστορία δείχνει ότι ακόμη και οι πιο ισχυροί πολιτικοί οργανισμοί μπορούν να μετατραπούν, μέσα σε λίγα χρόνια, σε μια ανάμνηση της πολιτικής ιστορίας.
* Δημοσιεύτηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 12.07.2026